Security Bulletin

SECURITY BULLETIN

Το κάρο πριν από το άλογο: Η Συμφωνία των Πρεσπών για το Μακεδονικό και η δήθεν αναγνώριση μειονότητας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΖΕΒΕΛΕΚΟΣ*

Αφορμή για το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το πρόσφατο δημοσίευμα του BBC περί καταπιεσμένης (σλαβο)μακεδονικής (πρωτίστως γλωσσικής) μειονότητας στην Ελλάδα. Δεν αξιολογώ τη βασιμότητα των ισχυρισμών. Βρήκα, όμως, ενδιαφέρουσα τη σύνδεση που έγινε από σχολιαστές μεταξύ του δημοσιεύματος και της Συμφωνίας των Πρεσπών (ΣτΠ) για το Μακεδονικό.  Ήδη, πριν από το BBC, είχε υποστηριχθεί στο πλαίσιο της εγχώριας συζήτησης ότι η ΣτΠ αναγνωρίζει σιωπηρώς (σλαβο)μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα. Επισημάνθηκε μάλιστα ότι οι προβλέψεις της ΣτΠ για τη γλώσσα και την ιθαγένεια των πολιτών της Βορείου Μακεδονίας εκθέτουν τη χώρα μας σε κίνδυνο αλυτρωτικών επιδιώξεων όχι μόνο από τη γείτονα, αλλά (κατά μείζονα λόγο;) και από τον (όποιο) αριθμό Ελλήνων πολιτών αυτοπροσδιορίζονται γλωσσικά ή/και εθνικά ως (σλαβο)μακεδόνες. 

Στα μάτια μου, η μομφή κατά της ΣτΠ στερείται βασιμότητας. Δεν θα επαναλάβω εδώ αυτά που έχουν ήδη χιλιοσυζητηθεί. Ότι, δηλαδή, ο όρος «nationality» αφορά στην ιθαγένεια -στο νομικό δεσμό ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες του- και όχι την εθνότητα. Ούτε θα επαναλάβω ότι το κείμενο της ΣτΠ, αλλά και οι τροποποιήσεις στο Σύνταγμα της Βόρειας Μακεδονίας που επιτεύχθηκαν χάρη στη ΣτΠ στοχεύουν στο να αποτρέψουν τον ενδεχόμενο αλυτρωτισμό της γείτονος και, ουσιαστικά, της απαγορεύουν να παρέμβει στα εσωτερικά της χώρας μας για θέματα που αφορούν σε Έλληνες πολίτες, όπως κι αν αυτοί επιθυμούν να αυτοπροσδιορίζονται.     

Πέραν αυτών (αλλά και ανεξάρτητα από τη συζήτηση που χωρά επ’ αυτών), ο συγκεκριμένος ψόγος σε βάρος της ΣτΠ δεν στέκει για έναν άλλο λόγο. Η ΣτΠ ούτε ενδυναμώνει ουσιαστικά, αλλά ούτε και αδυνατίζει τις όποιες αξιώσεις και δικαιώματα έχουν οι Έλληνες πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται διαφορετικά. Πολύ πριν υπάρξει η Συμφωνία των Πρεσπών, σε χρόνο δηλαδή τρόπον τινά ανύποπτο, και συγκεκριμένα το 1998, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε τη χώρα μας γιατί η ελληνική δικαιοσύνη απαγόρευσε σε πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως (σλαβο)μακεδόνες την ίδρυση σωματείου αποσκοπούντος στην προαγωγή του (σλαβο)μακεδονικού πολιτισμού.

Η ελληνική δικαιοσύνη λειτούργησε προληπτικά, φοβούμενη ότι η στόχευση του εν λόγω σωματείου υπέκρυπτε αλυτρωτισμό που θα απειλούσε την εδαφική ακεραιότητα και εθνική ασφάλεια της χώρας μας. Το προαναφερθέν Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέδωσε μια ισορροπημένη απόφαση που κινείται σε δύο βασικούς άξονες. Αφενός, ένα δημοκρατικό κράτος που σέβεται τα δικαιώματα του ανθρώπου οφείλει να επιτρέπει στους πολίτες του να εκφράζονται συλλογικά, δημιουργώντας  και συμμετέχοντας σε νομικά πρόσωπα (όπως είναι ένα σωματείο), μέσω των οποίων μπορούν να εκδηλώνουν τη μειονοτική τους συνείδηση. Αφετέρου, είναι απολύτως θεμιτό για ένα κράτος να επιδιώκει να αυτοπροστατευθεί. Αν, κατόπιν της συστάσεώς του, ένα τέτοιο σωματείο δράσει κατά τρόπο που απάδει προς τους νόμιμους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκε, ιδίως αν υποσκάπτει την εδαφική ακεραιότητα, οι εθνικές αρχές μπορούν να παρέμβουν κατασταλτικά και νομίμως να απαγορεύσουν τη δράση του.

Οι περιορισμοί στην έκταση του παρόντος δεν επιτρέπουν να αναφερθώ στις δυσκολίες που ανέκυψαν σχετικά με τη συμμόρφωση της χώρας μας (η οποία επαίρεται κατά τα άλλα ότι σέβεται το διεθνές δίκαιο και αξιώνει σεβασμό του και από τα άλλα κράτη) με την απόφαση αυτή της διεθνούς δικαιοσύνης, ούτε και να επεκταθώ στις άλλες σχετικές καταδίκες από το ίδιο δικαστήριο για υποθέσεις Ελλήνων πολιτών που αυτοπροσδιορίζονται ως (σλαβο)μακεδόνες. Το παράδειγμα όμως της απόφασης που έδωσα από το μακρινό 1998 αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι η ΣτΠ, ακόμα κι αν ερμηνευθεί ότι επιρρωνύει κάπως τη θέση και ισχυρισμούς όσων έχουν μειονοτική συνείδηση, δεν τους δίνει κάποιο δικαίωμα που δεν υφίσταται ήδη από το διεθνές δίκαιο προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου, και δη από το γενικό πλαίσιο αυτού που αφορά στα δικαιώματα κάθε ανθρώπου, είτε αυτή/ός προσδιορίζεται μειονοτικά είτε όχι. Οι Έλληνες πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως (σλαβο)μακεδόνες έχουν όλα τα δικαιώματα (και υποχρεώσεις) που έχει κάθε άλλος Έλληνας πολίτης (και μη) βάσει του εθνικού δικαίου και των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας μας για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντίστοιχα, η ΣτΠ δεν προσθέτει κάτι σε επίπεδο ειδικής μειονοτικής προστασίας, δεν δημιουργεί δηλαδή συλλογικά δικαιώματα (όπως το δικαίωμα εκμάθησης μίας γλώσσας ή αναφέρεσθαι στις αρχές σε μία γλώσσα) που ένας Έλληνας πολίτης με μειονοτική συνείδηση θα μπορούσε να ασκήσει ή αξιώσει. 

Επί του τελευταίου ζητήματος, αναφύεται ένα συναφές κανονιστικό/δεοντολογικό (normative) ερώτημα ως προς το αν και κατά πόσο θα έπρεπε να εφαρμόζονται (πέραν του γενικού πλαισίου προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων) ειδικοί κανόνες μειονοτικής προστασίας για όποιους συμπολίτες μας έχουν μειονοτική συνείδηση. Η συντομία του παρόντος σημειώματος δεν επιτρέπει διεξοδική συζήτηση. Σημειώνω όμως, τροχάδην, σε ένα γενικότερο, θεωρητικό επίπεδο τα εξής, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πρελούδιο μίας μελλοντικής συζήτησης, αλλά και ως τροφή για σκέψη. Καταρχάς, δεν υφίσταται γενικά παραδεδεγμένος ορισμός στο διεθνές δίκαιο του όρου μειονότητα, ούτε ένας αριθμός ή ποσοστό προκειμένου ένας πληθυσμός να υφίσταται νομικά ως μειονότητα, άρα δυνητικά ως φορέας δικαιωμάτων ειδικής μειονοτικής προστασίας. Δεύτερον, εξίσου προβληματικός νομικά είναι ο όρος «αναγνώριση» στο πλαίσιο της μειονοτικής προστασίας. Ποιο είναι το περιεχόμενο της «αναγνώρισης» και ποιες οι έννομες συνέπειες αυτής; Τρίτον, η (μάλλον φοβική) αντίδραση πολλών στην μειονοτική προστασία είναι πιθανότατα προϊόν κεκτημένης ταχύτητας, σχεδόν αντανακλαστική θα έλεγα αντίδραση, παρά αποτέλεσμα λογικής επεξεργασίας. Η μειονοτική προστασία, πέρα (ίσως και πριν) από θέμα ανθρωπιστικό, είναι (και/κυρίως) μέσο αυτοπροστασίας των κρατών. Το δίκαιο της μειονοτικής προστασίας και η παραγωγή σχετικών κανόνων από τα κράτη άνθησαν σε περιόδους αναταραχής και αλλαγής συνόρων. Όταν τα κράτη ένιωσαν ότι απειλούνται, κινήθηκαν στην κατεύθυνση της παραχώρησης δικαιωμάτων ως «θεραπεία» και αντίβαρο στον αλυτρωτισμό και στις τάσεις απόσχισης πληθυσμών.

Μια καταπιεσμένη μειονότητα είναι πιο επικίνδυνη, μεταξύ άλλων διότι έχει και περισσότερα ηθικά (αν όχι πλέον και νομικά) ερείσματα στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και δη άλλων κρατών, τα οποία και υπό προϋποθέσεις μπορούν να αναγνωρίσουν (και εδώ η αναγνώριση έχει περισσότερο σαφές νομικό περιεχόμενο και παράγει πλέον απτά νομικά αποτελέσματα) μια αποσχισθείσα οντότητα ως κυρίαρχο κράτος. Τέλος, μία κατά βάση εξωνομική παράμετρος: καλώς ή κακώς, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ιστορικά, η εθνική ταυτότητα υφαίνεται και μέσα από καταπιέσεις σαν και αυτές που περιγράφει το BBC στο άρθρο του για τη (σλαβο)μακεδονική γλώσσα στη χώρα μας -ή και ακόμα χειρότερες και πιο απάνθρωπες καταπιέσεις.

Ο βαθμός στον οποίο κάποιας μορφής καταπίεση μπορεί να είναι δικαιολογημένη στα μάτια αυτού που επιδιώκει εθνική συγκρότηση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η βαρύτητα και απαξία των μέσων καταπίεσης, αλλά και η αναγκαιότητά της, ο κίνδυνος δηλαδή που η απουσία καταπίεσης σε βάρος όσων ετεροπροσδιορίζονται εγκυμονεί για την εθνική συνοχή. Η ΣτΠ όχι μόνο (όπως προανέφερα) δεν αφαιρεί ή προσθέτει κάτι ουσιαστικό σε σχέση με τα της ύπαρξης ή μη (σλαβο)μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα και τα της προστασίας της, αλλά, αντίθετα, παρέχει -μέσω της επίλυσης της διαφοράς μεταξύ της Ελλάδας και της μέχρι και πρόσφατα ακατανόμαστης γείτονος- ένα πλαίσιο συνεργασίας, χτισίματος εμπιστοσύνης και μελλοντικής κοινής πορείας σε υπερεθνικές δομές. Καλείται να  (και ελπίδα μου είναι ότι θα) συμβάλλει στην εξάλειψη της δυσπιστίας και του (εύλογου ή μη) φόβου που ερεθίζει τα αντανακλαστικά σε βάρος συμπολιτών μας που ετεροπροσδιορίζονται.  Ίσως, μάλιστα, μας επιτρέψει στο μέλλον να δούμε ότι ορισμένες από τις διαστάσεις αυτού που στο σύνολό του τώρα πολλοί εκλαμβάνουν ως απειλή, ιδίως ο πολιτισμικός πλουραλισμός μίας περιοχής, δεν είναι παρά (εθνικός μας) πλούτος, κοινή παράδοση και κληρονομιά που έχουμε κέρδος και συμφέρον να διατηρήσουμε. 

* Ο κ. Βασίλης Π. Τζεβελέκος είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ