ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Τι μπορεί να κάνει στην Ουγγαρία ένας Εβραίος»; Η ερώτηση απευθύνεται σε μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας, ενώ η κάμερα εστιάζει στον αριθμό πάνω στο αριστερό της μπράτσο και στα έντονα γαλάζια μάτια της. Η έκφρασή τους αντανακλά ένα δειλό, περασμένων χρόνων, χαμόγελο και δισταγμό πριν από την απάντηση: «Να μη μιλάει».

Ο άνδρας στον οποίο απευθύνεται και είναι αυτός που παίρνει τη συνέντευξη, λέγεται Τσάναντ Σεγκέντι (Csanád Szegedi), και εκτός από εγγονός της, είναι -ή μάλλον ήταν- στην ηλικία των 21 ετών, ιδρυτικό στέλεχος και αντιπρόεδρος του ακροδεξιού, αντισημιτικού, ξενοφοβικού, λαϊκιστικού κόμματος Jobbic που δημιουργήθηκε το 2003. Ευρωβουλευτής το 2009, δημιουργός (2007) και αρχηγός της παραστρατιωτικής οργάνωσης «Ουγγρική Φρουρά» οργανωμένης στα πρότυπα των ταγμάτων εφόδου του Χίτλερ που βοήθησαν να έρθουν στην εξουσία οι ναζί. Δεν είναι πια. Εξεδιώχθη από τους κόλπους της.

Οι Ούγγροι που κατατάχθηκαν στη Φρουρά, ανάμεσά τους πολλοί νεαροί στην ηλικία, υπάκουαν με φανατισμό στις εντολές του αρχηγού τους, συμμετέχοντας στις έντονες ταραχές του 2006 στους δρόμους της Ουγγαρίας. Με λαμπαδηφορίες, ιδιαίτερες στρατιωτικές στολές και εμπρηστικά συνθήματα εναντίον των Εβραίων δημιουργούσαν ένα κλίμα εμφυλίου, την άγρια εικόνα του ρατσισμού, της εκρηκτικής διάλυσης μιας χώρας με υψηλά ποσοστά ανεργίας και απογοητευμένους ανθρώπους από την αριστερή διακυβέρνηση. Οπως λέει ο δημοσιογράφος Αντρας Ντέζο (Andras Dezso), ήταν τότε που ακραία στοιχεία κάθε κινήματος –σκίνχεντ, αντισημίτες, λάτρεις των όπλων και της σβάστικας– προσκολλήθηκαν στο κόμμα, και το Jobbic δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους αναγνωρίσει ως συμμάχους και συνοδοιπόρους προς το ποσοστό του 15% που κέρδισε στις εκλογές του 2008. Σήμερα το Jobbic είναι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ουγγαρία, έχοντας αποκηρύξει τις ακραίες θέσεις του πρόσφατου παρελθόντος.

Οι απειλές

Ηταν οι ίδιοι που το 2012 απειλούσαν τον Τσάναντ Σεγκέντι παρατεταγμένοι στρατιωτικά έξω από το σπίτι του και ορκίζονταν «ότι θα τον διώξουν οι ίδιοι» από το κόμμα.

Είχε μεσολαβήσει ένα τηλεφώνημα στα κεντρικά γραφεία του Jobbic. Ειδοποιούσε ότι «υπάρχουν Εβραίοι στην ηγεσία του κόμματος», αποκαλύπτοντας ότι η μητρική πλευρά της οικογένειας του Σεγκέντι είναι εβραϊκή. Το τηλεφώνημα έκανε ο Ζόλταν Αμπρους, εξέχον μέλος του κινήματος των σκίνχεντ και μια μάλλον διαταραγμένη προσωπικότητα, όπως τουλάχιστον φαίνεται στο ντοκιμαντέρ όπου δηλώνει: «Στους κύκλους μας δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή από το να σε πουν Εβραίο».

Στο ντοκιμαντέρ «Keep Quite» (Μη μιλάς) των Τζόζεφ Μάρτιν (Joseph Martin) και Σαμ Μπλερ (Sam Blair) που φιλοξενεί το Netflix, παρακολουθούμε έναν άνθρωπο, τον Σεγκέντι, στην προσπάθειά του να αλλάξει κάθε στοιχείο της ταυτότητάς του που τον συνδέει με τα παραπάνω και όχι απλώς να αποδεχθεί την εβραϊκή του καταγωγή, αλλά να ενταχθεί σε μια μικρή υπερορθόδοξη εβραϊκή κοινότητα Chabad της Ουγγαρίας, τη μόνη εξάλλου που τον δέχθηκε στους κόλπους της, υπό την πνευματική καθοδήγηση του αρχιραββίνου Μπαρούχ Ομπερλάντερ.

Διαλυμένος από την αποκάλυψη του εβραϊσμού του, εξορισμένος από την κομματική του κοινότητα και τους οπαδούς, από καθετί που συνιστούσε την υπαρξιακή του δικαίωση, αμήχανος μπροστά στο περιεχόμενο που τροφοδοτούσε τις πολιτικές του φιλοδοξίες, προσπαθεί να ανασυστήσει έναν εαυτό στο άλλο άκρο. Η ιστορικός Αν Απλμπάουμ (Anne Applebaum) επισημαίνει στο ίδιο ντοκιμαντέρ την «έντονη ανάγκη του ανήκειν» που τον χαρακτηρίζει, αλλά είναι και αυτό που λέγαμε κάποτε «ευκόλως εννοούμενο».


Η αφίσα του ντοκιμαντέρ με τίτλο «Μη μιλάς», όπου εικονίζεται ο Σεγκέντι (αριστερά), ο οποίος τελικά εντάχθηκε σε μια μικρή υπερορθόδοξη κοινότητα της Ουγγαρίας. 

Αλλαγή κελύφους

Ο Σεγκέντι, στη διάρκεια αυτού του πολύ ενδιαφέροντος φιλμ, δείχνει να στερείται έναν εσωτερικό εαυτό, στο βλέμμα του δεν αντανακλάται κανένα συναίσθημα και οι πράξεις όσο και τα λόγια του δίνουν την εντύπωση ότι απλώς ικανοποιούν τη διάθεσή του να ανήκει σε μια κλειστή κοινότητα, την οποιαδήποτε θα του δώσει τη δύναμη να ξεχωρίσει. Δεν φαίνεται να διασχίζει με διάθεση αναστοχασμού αυτό το δύσκολο διάστημα του no man’s land που έπεται μιας ισχυρής προσωπικής κατάρρευσης. Με τον αναστοχασμό που –χωρίς καμιά σιγουριά– μπορεί να οδηγήσει στην ισοπεδωτική για τον ψυχισμό των περισσότερων ανθρώπων κατάργηση πεποιθήσεων, στην ανάληψη ευθυνών για πράξεις και παραλείψεις, στη δημιουργία αρχών εκ του μηδενός. Υποχωρεί απλώς ενδυόμενος χαρακτηριστικά ενός άλλου κελύφους.

Ολες οι εβραϊκές οργανώσεις που επισκέφθηκε ανά τον κόσμο τον αμφισβήτησαν, αρκετές με οργή. Στον Καναδά κατάφεραν να του απαγορευθεί η είσοδος, ενώ στη Γερμανία μια νεαρή Ουγγαρέζα του είπε ότι «δεν πιστεύει τίποτα από όσα λέει και ότι άνθρωποι σαν κι αυτόν την ανάγκασαν να εγκαταλείψει την Ουγγαρία».

Η οικογένειά του

Οι αμφιβολίες μου και οι αμφισβητήσεις τους, η καχυποψία απέναντι στις προθέσεις του μπορεί να τον αδικούν αλλά, κατά τη γνώμη μου, έχουν τουλάχιστον μικρότερη σημασία, για να μην πω καμιά, σε σύγκριση με το γεγονός ότι η οικογένειά του καθόρισε τη ζωή της και τελικά τη ζωή του βασιζόμενοι όλοι στην ανάγκη που ένιωθαν να κρύψουν τον εβραϊσμό τους. Η μάνα του παραδέχεται ότι «πληγωνόταν με τα αντιεβραϊκά ανέκδοτα, αλλά βλέποντας πόσο πολύ είχε εμπλακεί δεν μπορούσε να ορθώσει ανάστημα. Ξέρει ότι δεν αντέδρασε σωστά αλλά ήθελε να μείνει μυστικό».

Μάνα και γιαγιά δεν ήθελαν οι απόγονοι να ζήσουν τον τρόμο, τον αρνητισμό και τις διακρίσεις, ήθελαν να χαθούν μέσα στους χριστιανούς, να «διασταυρωθούν» για να πάψουν να φοβούνται. Και η γιαγιά με τον αριθμό του Αουσβιτς στο χέρι, όταν τη ρωτά ο ίδιος πώς ένιωθε και γιατί δεν αντιδρούσε στις δραστηριότητές του, αμήχανα, διστακτικά και με φόβο του λέει: «Δεν χάρηκα όταν μπήκες σε αυτήν την ομάδα. Ηλπιζα να μην μπεις τόσο βαθιά, να μη μισείς τόσο τους Εβραίους. Εδώ πάντα θα είναι εναντίον των Εβραίων...».
 
Tο ντοκιμαντέρ «Keep Quite» των Τζόζεφ Μάρτιν και Σαμ Μπλερ προβάλλεται από το Netflix.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ