Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Οταν η Κόριννα ανταγωνίστηκε τον Πίνδαρο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Το τοπίο» (ακρυλικό, 150 χ 110 εκ.). H γκαλερί Σκουφά παρουσιάζει την ατομική έκθεση της Βίκης Σταματοπούλου την Πέμπτη 14 Μαρτίου στις 19.30. Διάρκεια έκθεσης έως 6 Απριλίου. Γκαλερί Σκουφά,  Σκουφά 4, Κολωνάκι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ο λόγος για την ελληνική αρχαιότητα και τη μοίρα των γυναικών, δυο μέρες μετά την 8η Μαρτίου: «Καμιά μορφή δεν είναι πιο απρόσιτη, καμιά ζωή δεν φυλά πιο καλά σφραγισμένο το μυστικό της καθημερινότητάς της από ό,τι η μορφή και η ζωή μιας Ελληνίδας χωρίς ιστορία· και το πρόβλημα οξύνεται ακόμα περισσότερο όταν πρόκειται για μια συνηθισμένη γυναίκα της αρχαίας Αθήνας, λες και στην πόλη αυτή, για την οποία γνωρίζουμε τα περισσότερα, στην ίδια αυτή πόλη όπου το θέατρο, και η τραγωδία και η κωμωδία, δεν έπαψε να τιμά τα γυναικεία πρόσωπα, ο κόσμος των γυναικών, ίσως περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, έμεινε απαρέγκλιτα σφαλιστός».

Οι σκέψεις αυτές της Γαλλίδας ελληνίστριας Νικόλ Λορώ (1943-2003) είναι τμήμα της εισαγωγής της στο βιβλίο «Αρχαία Ελλάδα γένους θηλυκού» (Μεταίχμιο, 2003, μτφρ. Μαρίνα Κουνεζή - Παναγιώτης Σκόνδρας) περιέχει, εκτός από το δοκίμιο της Λορώ για τη Μέλισσα, σύζυγο του Περίανδρου του Κορίνθου, κείμενα άλλων έξι μελετητριών για ισάριθμες ξεχωριστές Ελληνίδες. Σαπφώ, η ποιήτρια - Θεανώ, η πυθαγόρεια - Γοργώ, η Σπαρτιάτισσα (ιδού το πρόβλημα: μόνο αν την ορίσουμε ως σύζυγο του Λεωνίδα την «κατονομάζουμε», αφού, παρά την αξιοσύνη της, δεν παύει να «είναι του ανδρός της», όπως άλλες «είναι του πατρός τους») - Ασπασία, η ξένη, η διανοούμενη - Λυσιμάχη, η ιέρεια - Νέαιρα, η εταίρα.

Η Σαπφώ είναι μία από τις βαθύτερες λυρικές φωνές, ανεξαρτήτως φύλου, δεν είναι όμως η μοναδική ποιήτρια. Στον ίσκιο της, κυρίως δε στη σκιά των ανδρών, υπήρξαν και άλλες. Μόνο που ο χρόνος, αρσενικός κι αυτός, στάθηκε ιδιαίτερα άδικος μαζί τους. Για παράδειγμα, δεν σώθηκε ούτε ένας στίχος της Μυρτίδας από τη βοιωτική Ανθηδόνα, παρότι η παράδοση τη θέλει τόσο ικανή ώστε να συμμετάσχει σε ποιητικό διαγωνισμό με αντίπαλο τον Πίνδαρο. Μια καθαρή εικόνα για το μέγεθος της απώλειας σχηματίζουμε βλέποντας ότι το κεφάλαιο «Αρχαίες ποιήτριες» του βιβλίου του Γιάννη Δάλλα «Αρχαίοι λυρικοί -  Β΄: Μελικοί, η αιολική και η ιωνική μονωδία» (Αγρα, 2004), καλύπτει μόλις δύο τυπογραφικά. Το ένα για τους διασωθέντες στίχους επτά ποιητριών (Κόριννα, Τελέσιλλα, Πράξιλλα, Ηριννα, Ανύτη, Νοσσίδα, Μοιρώ), το άλλο για τη μετάφρασή τους.

Στον αγώνα με τον χρόνο, λοιπόν, η ποίηση των γυναικών (που δεν πρέπει να την προσεγγίσουμε με όχημα τον ιδεολογικά φορτισμένο όρο «γυναικεία ποίηση») ηττήθηκε. Αντίθετα, στον –θρυλούμενο– ποιητικό αγώνα γυναίκας και άντρα νίκησε η γυναίκα. Δεν πρόκειται για τη Μυρτίδα, αφού για την κατάληξη του δικού της αγώνα δεν υπάρχουν άλλες ανεκδοτολογικές ειδήσεις. Η γυναίκα που επικράτησε του Πίνδαρου, κατά την παράδοση, ήταν η Κόριννα, μαθήτρια της Μυρτίδας. Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι σώθηκαν τρεις στίχοι της μαθήτριας όπου μέμφεται τη δασκάλα της επειδή, «αν και γυναίκα», τόλμησε να συμμετάσχει σε αγώνα («έριν») με αντίπαλο τον Πίνδαρο.

Πως η Κόριννα νίκησε τον Πίνδαρο το γράφει ο Παυσανίας, ο πιθανόν Μικρασιάτης περιηγητής του 2ου αιώνα μ.Χ. Στο Γυμνάσιο της Τανάγρας, λέει, είδε ζωγραφισμένη την Κόριννα, με ταινία στην κεφαλή της, σύμβολο της νίκης της: «Πίνδαρον άσμασι ενίκησεν εν Θήβαις». Ο Παυσανίας πάντως εξηγεί τη νίκη της με εξωλογοτεχνικά κριτήρια: ήταν πανέμορφη («ην γυναικών τότε ήδη καλλίστη το είδος») και επιπλέον δεν τραγούδησε στη δυσνόητη δωρική διάλεκτο, όπως ο Πίνδαρος, αλλά στην αιολική.

Επίσης τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Αιλιανός, Ρωμαίος σοφιστής που έγραψε στην ελληνική, βεβαιώνει πως η Ταναγραία ποιήτρια νίκησε τον Πίνδαρο όχι μία και δύο αλλά πέντε φορές (με τον αριθμό αυτό συμφωνεί πολύ αργότερα και η Σούδα): «Πίνδαρος ο ποιητής αγωνιζόμενος εν Θήβαις αμαθέσι περιπεσών ακροαταίς, ηττήθη Κορίννης πεντάκις· ελέγχων δε την αμουσίαν αυτών ο Πίνδαρος συν εκάλει την Κόρινναν». Και ο Αιλιανός δηλαδή αναζητεί ερμηνείες της ποιητικής νίκης σε μη ποιητικούς λόγους: οι ακροατές ήταν άμουσοι και αμαθείς, γεγονός που εκνεύρισε τον ηττημένο και τον οδήγησε να αποκαλέσει «συν» την αντίπαλό του. Οπου «συς» η γουρούνα. Οι απανωτές ήττες («κι από γυναίκα μάλιστα», μάλλον δεν αυθαιρετούμε αν υποθέσουμε ότι η σκέψη αυτή πέρασε από τον νου και του Πίνδαρου και του Αιλιανού) μόνο σε χολερικές εκφράσεις θα μπορούσαν να καταλήξουν, όχι σε αβρότητες.

Τη γουρούνα αυτή τη θυμάται και την αναπαράγει ο Γεώργιος Τερτσέτης στο ποίημά του «Κόριννα και Πίνδαρος», πρωτοδημοσιευμένο το 1855, με το οποίο συμμετείχε νικηφόρα στον Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό (αυτό πάντως δεν τον εμπόδισε να διακωμωδήσει αργότερα τους αγώνες με το έμμετρο θεατρικό του «Ο θρίαμβος του ποιητικού διαγωνισμού κατά το έτος 1858»). Στον λόγιο Τερτσέτη, ίσως τον μοναδικό άνθρωπο που βαφτίστηκε τρεις φορές (ο καθολικός πατέρας του τον βάφτισε στο δόγμα του, η ορθόδοξη μάνα του τον βάφτισε κρυφά στο δικό της, ο πατέρας τον ξαναβάφτισε καθολικό, ο ίδιος δε, ενήλικος, επέλεξε την ορθοδοξία) οφείλουμε πολλά: τα απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Νικηταρά, την υπεράσπιση της δημοτικής («Πληρεξούσιος του λαού, λαώ την γλώσσαν του» έλεγε στη Βουλή) και του σολωμικού έργου, τη συλλογή δημοτικών τραγουδιών (ήταν από τους πρώτους Ελληνες που ασχολήθηκαν με τη συναγωγή δειγμάτων αυτού του «ταπεινού» είδους). Στον δικαστή Τερτσέτη (και στον Αναστάσιο Πολυζωίδη) χρωστάμε τη γενναία άρνηση της καταδίκης σε θάνατο του Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Πλαπούτα, στη δίκη τους στο Ναύπλιο, το 1834. Ο ποιητής Τερτσέτης δεν ήταν βέβαια του ύψους του Σολωμού, παιδικού του φίλου. Και τα θέματά του, όμως, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον (λ.χ. η ανάπλαση αρχαίων θρύλων, όπως ο φόνος του Ορφέα από τις Θρακιώτισσες, επειδή κήρυσσε τον έρωτα μεταξύ ανδρών, στο ποίημα «Η δικαία εκδίκησις») και η ανάπτυξή τους σε σίγουρο δεκαπεντασύλλαβο και σε πλούσια δημοτική.

Στο ποίημά του «Κόριννα και Πίνδαρος» ο Τερτσέτης ιστορεί, με γνώση όλων των φιλολογικών στοιχείων, την έριδα της Ταναγραίας ποιήτριας (η οποία, σημειωτέον, είχε συμπεριληφθεί στον κανόνα των λυρικών ποιητών, σημάδι πως η αξία της δεν ήταν μικρή) με τον Θηβαίο ομότεχνό της: «Στα περιβόλια του ναού θεάς της Αφροδίτης / έμελλε νέος και μια νια να γλυκοτραγουδήσουν, / αν στήσουν πόλεμο τιμής, να πάρουν το στεφάνι». Με το πρώτο τραγούδι τους βγαίνουν ισόπαλοι, οπότε χρειάζεται να πουν και δεύτερο. Ο Πίνδαρος υμνεί την ουράνια Αφροδίτη, την πνευματική, στο πρόσωπο του Αθηναίου βασιλιά Κόδρου. Η Κόριννα, που κατηγορεί σαν φιλοαθηναίο τον αντίπαλό της, υμνεί την καθαυτό ερωτική Αφροδίτη και το σμίξιμό της με τον Αγχίση. Ο ανταγωνισμός πολιτικοποιείται, αφού η Κόριννα τάσσεται υπέρ της συμμαχίας με τους Πέρσες, ενώ ο Πίνδαρος εμφανίζεται σαν κήρυκας του πανελλήνιου πνεύματος: «Ενα είναι το έθνος μας, πίστη κρατούμε μία». Οι κριτές δίνουν τα πρωτεία στην Κόριννα και «ο Πίνδαρος μουρμούριζε “η σκρόφα τραγουδίστρα...”». Οξύτατος ο χαρακτηρισμός, εγγράφεται στο πεδίο της διαιώνιας έριδας των δύο φύλων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ