Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Εκλογές, ψέματα και πλατφόρμες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η συζήτηση για την παραπληροφόρηση στο ίντερνετ και για το πώς τα social media χρησιμοποιούνται ως εργαλεία προπαγάνδας από σκοτεινές δυνάμεις που θέλουν να επηρεάσουν εκλογικές διαδικασίες ανά τον κόσμο είναι μια συζήτηση χρήσιμη και διαρκής. Πολλοί έχουν απόψεις για μια ή για περισσότερες πτυχές του προβλήματος, πολλές συζητήσεις και εκδηλώσεις οργανώνονται (έχω συμμετάσχει σε τρεις το 2019 ήδη) αλλά λύση στο πρόβλημα δε φαίνεται να προκύπτει. Από την συζήτηση και την ανάλυση, ωστόσο, προκύπτει πια ένα βασικό πρόβλημα: οι μεγάλες επιχειρήσεις που διαθέτουν τις πλατφόρμες των social media. Κι όταν μιλάμε για πλατφόρμες, στο δυτικό κόσμο εννοούμε κυρίως τρεις: Το Twitter, το Facebook (που διαθέτει και τα Instagram και WhatsApp) και το Google, που διαθέτει το YouTube. Τα περισσότερα viral ψέματα εκεί γεννιούνται, οι περισσότερες καμπάνιες παραπληροφόρησης εκεί διαχέονται σε κοινό εκατομμυρίων.

Ασφαλώς, το πρόβλημα της παραπληροφόρησης και της προπαγάνδας δεν είναι καινούριο, και έχει και βαθύτερες πτυχές. Fake news υπήρχαν πάντα, δεν εμφανίστηκαν τώρα. Ολόκληρη η βιομηχανία του “κίτρινου τύπου” στηρίχτηκε σ’ αυτά. Αιώνες πολιτικής προπαγάνδας ακριβώς τέτοια ψέματα εργαλειοποιούν.

Και ο λόγος για τον οποίο η παραπληροφόρηση και τα fake news είναι διαχρονικά φαινόμενο έντονο και σοβαρό, είναι το ότι τα ανθρώπινα όντα είναι ευπαθή και ευάλωτα σε τέτοια μηνύματα. Δεν είμαστε λογικά όντα, κουβαλάμε στο μυαλό μας ένα σωρό δυσλειτουργίες, προκαταλήψεις και   στρεβλώσεις, και έτσι είμαστε έτοιμοι να πιστέψουμε μηνύματα που είναι ακόμα και εξώφθαλμα ψέματα, αν εξυπηρετούν έναν άλλο, σημαντικότερο σκοπό για εμάς.

Το διαφορετικό σήμερα είναι μόνο ένα: ο τρόπος με τον οποίο διαχέεται η πληροφορία. Παλιά καταναλώναμε αυτά τα πακέτα πληροφορίας που μας έρχονταν έτοιμα με τη μορφή μιας εφημερίδας ή ενός δελτίου ειδήσεων, πακέτα τα οποία είχε επιμεληθεί κάποιος άλλος και τα οποία σχεδόν πάντα περιείχαν και πληροφορίες που δεν μας ενδιέφεραν, και απόψεις με τις οποίες διαφωνούσαμε.

Σήμερα περισσότεροι Έλληνες που έχουν πρόσβαση στο ίντερνετ λαμβάνουν την ενημέρωσή τους από τα social media, από ό,τι από την τηλεόραση. Αυτοί, λοιπόν, φτιάχνουν τα “πακέτα πληροφορίας” που καταναλώνουν καθημερινά μόνοι τους, και οι αλγόριθμοι της κάθε πλατφόρμας εξασφαλίζουν ότι ποτέ δεν θα βλέπουν πράγματα που δεν τους ενδιαφέρουν, σχεδόν ποτέ δεν θα συναντούν απόψεις με τις οποίες δεν συμφωνούν ήδη. Χάρη στα social media οι ψεκασμένοι βρίσκουν κι άλλους ψεκασμένους και επιβεβαιώνουν την πίστη τους στους ψεκασμούς, χάρη σ’ αυτές τις αυτοσχέδιες κοινωνικές φούσκες έχουμε επιδημίες ιλαράς το 2019, εκεί βρίσκουν εύφορο έδαφος οι Ρώσοι για να σπείρουν σαράκι στα θεμέλια των φιλελεύθερων δημοκρατιών της Δύσης.

Αυτές οι γιγάντιες εταιρείες, λοιπόν, οι οποίες πλέον έχουν κατοχυρώσει μια ολιγοπωλιακή ισχύ σε παγκόσμιο επίπεδο, εν πολλοίς θωρακισμένες πια από πάσης φύσεως ανταγωνισμό (αν προκύψει, απλά τον εξαγοράζουν), ελέγχουν αυτές τις πλατφόρμες, οι οποίες κάποτε, τις ρομαντικές εποχές, νομίζαμε ότι θα φέρουν μια νέα εποχή επικοινωνίας και συμφιλίωσης (κυριολεκτικά -θα γινόμασταν όλοι friends) ανάμεσα σε ανθρώπους και λαούς. Δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Όποιος μπαίνει στο ίντερνετ το βλέπει, το μίσος ξεχειλίζει, τα ψέματα ξεχύνονται ακατάσχετα, οι θεωρίες συνομωσίας θεριεύουν και, όλο και περισσότερο, απόψεις αλλοιώνονται, εκλογές μπουρδουκλώνονται, κόσμος πεθαίνει. Ακόμα και μια από τις χειρότερες γενοκτονίες της πρόσφατης ιστορίας, ο διωγμός των Ροχίνγκια από τη Μιανμάρ, πυροδοτήθηκε από τα social media. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που φανταζόμασταν πριν από δέκα ή δώδεκα χρόνια.

Τι μπορεί να γίνει ώστε οι πλατφόρμες αυτές να πάψουν να έχουν αυτό το διαβρωτικό ρόλο στις ανθρώπινες κοινωνίες, όμως;

Πριν από λίγες ημέρες είχα την ευκαιρία να κουβεντιάσω στους Δελφούς με τον Κρίστοφερ Γουάιλι, τον διάσημο, πια, υπάλληλο της Cambridge Analytica που αποκάλυψε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία ανάλυσης δεδομένων συγκέντρωσε τα προσωπικά δεδομένα 87 εκατομμυρίων χρηστών του Facebook χωρίς της συγκατάθεσή τους, και τα χρησιμοποίησε για να υλοποιήσει μια καμπάνια για την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές του 2016. Ο Γουάιλι, ένας 30χρονος Καναδός που βρέθηκε στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών για να μιλήσει στο παράλληλο πρόγραμμα “Digital Disruption Sessions” της Valuecom, μου είπε διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα, με σημαντικότερο το ότι οι περιβόητες πλατφόρμες μπορούν να λύσουν το πρόβλημα με τεχικές λύσεις, αλλά δεν θέλουν. Μπορούν να βρουν τα τρολ, να εντοπίζουν τα κακόβουλα bots και να αναγνωρίζουν αυτούς που χρησιμοποιούν την πλατφόρμα ως όπλο, υλοποιώντας τεχνικές λύσεις εντός της υποδομής τους. Αν επενδύσουν προς αυτή την κατεύθυνση, τουλάχιστον. Κι αν πράγματι το θέλουν. Το θέλουν;

“Κάθε φορά που κάτι γίνεται βγαίνουν και λένε “συγγνώμη, θα γίνουμε καλύτεροι”, και μετά δεν κάνουν τίποτε”, μου είπε ο Γουάιλι. “Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η τιμή της μετοχής τους”.

“Ανταλάσσω μηνύματα με τον Τζακ εδώ και 8 μήνες”, έγραψε πέρυσι ο ηθοποιός Σεθ Ρόγκεν στο Twitter, μετά την διαμαρτυρία του προς τον CEO της εταιρείας Τζακ Ντόρσεϊ για την εμφάνιση ακροδεξιών με επικυρωμένους λογαριασμούς στην πλατφόρμα, “και μετά από όλες αυτές τις συνομιλίες καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα: ο τύπος αυτός απλά δεν νοιάζεται”.

Το θέμα της παραπληροφόρησης και των fake news έχει όντως πολλές πτυχές, και θα πρέπει να συνεχίσουμε να το συζητάμε, και να επενδύουμε στην εκπαίδευση και όλα αυτά, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε και για το πώς θα πρέπει να πειστούν -ή να εξαναγκαστούν- οι εταιρείες που ελέγχουν αυτές τις πλατφόρμες να φτιάξουν την απαραίτητη τεχνική υποδομή για να προστατεύουν εμάς, τους χρήστες τους, από το μίσος και το ζόφο και τη χειραγώγηση που δεν ζητήσαμε. Γιατί έτσι όπως είναι η κατάσταση τώρα, τα πράγματα μόνο χειρότερα μπορούνε να πάνε. “Φανταστείτε ότι το 2016 είδαμε να χακάρουν τα social media”, μου είπε ο Κρίστοφερ Γουάιλι. “Φανταστείτε τώρα να μπορούν να χακάρουν το σπίτι σας, ή τα παιχνίδια των παιδιών σας, ή το αυτοκίνητό σας”. Ξέρουμε ήδη ποιες εταιρείες θα ελέγχουν και εκείνες, τις πλατφόρμες του κοντινού μέλλοντος. Ως τώρα δεν κάνουμε αρκετά για να εξασφαλίσουμε ότι θα χρησιμοποιούν την σχεδόν απεριόριστη ισχύ τους με τρόπο που δεν θα μας βάζει σε κίνδυνο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ