ΒΙΒΛΙΟ

Από τη φτώχεια και το αλκοόλ σε μια τσεχοφική γλυκύτητα

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

RAYMOND CARVER
Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο
Επιλογή-μετάφραση-επίμετρο: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος,
εκδ. Γαβριηλίδης σελ. 149

 
Αν έπρεπε να προτείνουμε αξιόλογη σύγχρονη ποίηση σε αναγνώστες που δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτήν, ο Ρέιμοντ Κάρβερ (1938-1988) θα ήταν οπωσδήποτε καλή ιδέα: «Είτε γράφω κάποιο ποίημα είτε γράφω πεζό προσπαθώ πάντα να πω μια ιστορία», έλεγε. Το πληροφορούμαστε από το ευαίσθητο αλλά στο σύνολό του όχι πολύ οργανωμένο επίμετρο του ανθολόγου και μεταφραστή των υπό συζήτηση ποιημάτων, ποιητή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Πολλά από τα ποιήματα του Αμερικανού, που έζησε τα τέσσερα πέμπτα της σύντομης ζωής του φτωχά και αυτοκαταστροφικά, αντλούν από τον ίδιο αφηγηματικό πυρήνα όπως και τα διάσημα διηγήματά του.

Ο τίτλος «Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλον», παρμένος από την τελευταία στροφή του ποιήματος «Το μικρό δωμάτιο», ανταποκρίνεται και στις ιστορίες που ο Κάρβερ συνθέτει σε πρόζα. Αν, ωστόσο, στα διηγήματά του τον απασχολεί κυρίως η ζωή των λευκών Αμερικανών της κατώτερης οικονομικής τάξης που οριακά μονάχα δεν κύλησαν στο περιθώριο και απεγνωσμένα γαντζώνονται σε μια κανονικότητα (στην οποία φαίνεται, πάντως, να πιστεύουν), στα ποιήματά του το φάσμα είναι ευρύτερο. Συναντάμε εκεί την παρατήρηση της φύσης και του τοπίου, με μια προσήλωση που παραπέμπει στο ανατολίτικο ζεν, όπως στο ποίημα «Εκεί που το νερό συναντάει κι άλλο νερό» συναντάμε την ποιητική αναδιήγηση ιστορικών περιστατικών, όπως για παράδειγμα της δολοφονίας του Κλείτου από τον Αλέξανδρο στο «Κρασί» συναντάμε, τέλος, τη συνομιλία με συγκεκριμένους ποιητές, ζωγράφους, μουσικούς  (έτσι στα ποιήματα «Μπαλζάκ» - ένα πραγματικά υπέροχο ποίημα!-, «Στην Ελβετία», «Ενα μπουρίνι», «Το κοράκι μου», κ.ά.). 

Ενώνει άραγε κάποιο νήμα τα καμένα λαρύγγια στο «Οι νεαροί που καταπίνουν φλόγες στην Πόλη του Μεξικού» με την αισιόδοξη ερωτική ευφορία στο «Τα γυμνά του Μπονάρ»; Αν ναι, θα πρόκειται για το ίδιο που ενώνει και το πλήθος των ομοιογενών διηγημάτων του Κάρβερ με το ένα και μοναδικό παράταιρο, το «Θέλημα», που έχει ως θέμα τον θάνατο του Τσέχοφ (κυκλοφορεί στα ελληνικά στη συλλογή με τίτλο «Ελέφαντας», από το Μεταίχμιο) ο Κάρβερ αγαπούσε και θαύμαζε τον Ρώσο κλασικό. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε το νήμα αυτό με τη δική του βοήθεια – του Τσέχοφ: συνίσταται σε μια τσεχοφικής ποιότητας κατάφαση της ζωής στην πιο ευγενική, στην πιο γλυκιά εκδοχή της.

Αυτό που γοητεύει στα ποιήματα του Κάρβερ, που βγήκε με θαυμαστό τρόπο από τη φτώχεια και τον αλκοολισμό, είναι μια συμπονετική ευγένεια και μια κομψότητα που υπερισχύουν ακόμη κι όταν αφηγείται ιστορίες που εύκολα θα προκαλούσαν ασφυξία (έτσι π.χ. στο ποίημα «Τιράντες»). 

Θα τον αδικούσαμε συνεπώς αν μέναμε στους ασφυκτικούς του χώρους· ο Κάρβερ αφήνει πίσω τα «μικρά δωμάτια» και την απελπισία που κατοικεί σε αυτά, όπως άφησε το αλκοόλ.

Ανοίγεται, όπως είπαμε, συχνά και θαρραλέα στη φύση, στον έρωτα, στην τέχνη. Αραγε αυτό συμβαίνει προοδευτικά; Είναι κάτι που με τον καιρό κατακτιέται ή υπάρχει στην ποίησή του εξαρχής; Μια χρονολόγηση των υπό συζήτηση 68 ποιημάτων θα επέτρεπε να το διαπιστώσουμε.

Δεν θα έπρεπε, πάντως, να αδικηθούν τα αφηγηματικά ποιήματα των μικρών δωματίων, όσα επιτυχώς σφετερίζονται τις επιτεύξεις του διηγήματος, ακόμη και της νουβέλας. Αλλά η προτίμησή μου είναι τα άλλα («Ευτυχία», «Το ποίημα που δεν έγραψα» κ.ά.), που αφαιρετικά μορφώνουν κατευθείαν το αίσθημα του αναγνώστη. Η μετάφραση αποδίδει επιτυχώς το ύφος και τον ρυθμό του πρωτοτύπου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ