ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Την Κυριακή συνήθως εργάζομαι

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Η Κυριακή δεν είναι η μέρα που ονειρεύομαι. Πώς ξεγλιστράς από τον εαυτό σου τότε που επισήμως σου επιβάλλεται αεργία, συνεπώς δεν κάνεις ρούπι χωρίς το εγώ που σε ακολουθεί καταπόδας; Τις Κυριακές το εγώ δεν έχει καμιά άλλη δουλειά να κάνει. Εν τέλει, αυτή είναι η μέρα που φτιάχτηκε για να περνάει καλά, λέει. Κι όταν δεν του απαντάς, φοράει τη φόρμα του και κατεβαίνει στον δρόμο για να πλύνει το αυτοκίνητο. Γυμναστική και οικονομία.

Όποιος από παιδί δεν αγάπησε τις παιδικές χαρές, τις οικογενειακές συναθροίσεις, τη θαλπωρή του καλοριφέρ δίπλα στη σιδερώστρα της μητέρας, το πέταγμα του χαρταετού, το πικνίκ σε αστικά αλσύλλια, τις τακτικές αταξίες, δεν γουστάρει Κυριακές. Διότι σπανίως εδώ στεγάζονται τα ευφάνταστα πάθη – και τι πάθη θα ήταν αυτά αν μπορούσαν να ανθίσουν στη μοναδική ημέρα που τους επιτρέπεται και την επομένη να ξαναβυθιστούν στον πάτο της εργάσιμης εβδομάδας;

Η Κυριακή είναι η ημέρα των επισήμων κάθε είδους: εραστών, εορτών, παρελάσεων, εκκλησιασμών, χειρονομιών, αποχαιρετισμών. Η Κυριακή είναι η αρμόζουσα ημέρα για λουστρίνια. Αυτά τα άκαμπτα, αντιπαθητικά παπούτσια που κάνουν τον χειμώνα να μοιάζει ακόμη πιο κρύος, την άνοιξη να λασπώνει και κάθε είδους απομάκρυνση να φαίνεται σαν οριστικός αποχωρισμός. Τα δικά μου λουστρίνια αγοράζονταν από τον Μούγερ. Τουλάχιστον ήταν πάντοτε μαύρα.

Στο σπίτι μας σπανίως τρώγαμε έξω τις Κυριακές. Ήταν η μέρα που ο ήχος από τα μαχαιροπίρουνα στο τραπέζι ακουγόταν πιο οξύς από οποιαδήποτε άλλη φορά, μεσημέρι ή  βράδυ. Το πατινάζ στην επιφάνεια των σχολικών βιβλίων είχε ολοκληρωθεί και σηκωμένη στις μύτες των ποδιών προσπαθούσα να καταλάβω πώς θα φαινόταν ο κόσμος αν ήμουν τρία κεφάλια ψηλότερη. Το αχνιστό φαγητό –που φώναζε «έλα, καθίσαμε στο τραπέζι» και «φάε, θα κρυώσει»– χρόνια έκανα να το συμπαθήσω. Και ακόμη τις περισσότερες φορές μασουλάω όρθια μικρές, λαχταριστές μπουκίτσες ελευθερίας. 

Μεγάλωσα παραλείποντας τις Κυριακές. Αυτό σημαίνει αλλεπάλληλα άλματα, μικρά μεν, αλλά εβδομαδιαία. Πολλά ήταν επιτυχημένα, είχα όμως και μερικές πτώσεις. Μου άφησαν μια χωλότητα στο δεξί πόδι που περιοδικώς μετακινείται στο αριστερό. Το έχω συνηθίσει, άλλωστε πάντοτε μου μένει ένα γερό. Περπατώ κουτσαίνοντας ελαφρά, αν και προσπαθώ να το κρύψω για λόγους κοινωνικούς. Το κρύβω διαβάζοντας καθιστή. Το διάβασμα υπήρξε ανέκαθεν μια ασφαλής κρυψώνα για όλα τα χαλασμένα μου. Και για τον χαμένο καιρό, που αποθηκεύεται εκεί ώστε να βιωθεί αργότερα όλος μαζί.

Το ζήτημα είναι αν θα μπορέσω ποτέ να ανακτήσω τα παραπεταμένα. Τα αποθηκευμένα, τα στοιβαγμένα, τα λησμονημένα. Για παράδειγμα, την Κυριακή νούμερο 750, που η περιπλάνηση με έφερε –άνοιξη, πασχαλινή οικογενειακή εκδρομή– σε ένα ξέφωτο δίπλα στον αρχαίο ναό της Ολυμπίας, και τα έντομα ορμούσαν στα λουλούδια και ο γαλάζιος ουρανός στο κεφάλι μου. Και ο αέρας με τις μυρωδιές από την αρχαιότητα φερμένες με έσπρωχνε – πόσα θέλω να κάνω και βιάζομαι, πόσα ποθώ. Ετών, ας πούμε, 15.

Ή την Κυριακή νούμερο 192, που άνοιξε το κουτί και χύθηκαν στο πάτωμα τα γράμματα της αλφαβήτου. Και ο τρόμος ήταν μη χάσω κανένα, αφού 24 μου έδωσαν, 24 πρέπει να έχω πάντα. Αλλά όλοι οι συνδυασμοί δικοί μου. Και αυτοί που επιτρέπονται, και αυτοί που απαγορεύονται. Όμως, να τους κάνω κρυφά. 

Ή την Κυριακή υπ’ αριθμόν 2.200, κατά την οποία εργάζομαι προσπαθώντας να ζωγραφίσω ένα βάζο από κινέζικη πορσελάνη –αναμνήσεις σαν αραιωμένα σύννεφα– με λέξεις που την έβδομη ημέρα, όπως αντιλαμβάνεστε, αργούν.       ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ