Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Περί δημοσκοπήσεων και υπεραισιοδοξίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Αδωνις Γεωργιάδης έχει παθιασμένους υποστηρικτές και αντιπάλους. Ακόμη και εντός του κόμματός του. Πολλοί αμφισβητούν το ύφος του. Το βρίσκουν υπερβολικά σκληρό, σε αντίθεση με το πιο ήπιο –«comme il faut» το χαρακτήρισε ο ίδιος– μετριοπαθών στελεχών όπως οι κ. Δένδιας και Χατζηδάκης.

Ωστόσο, όλοι τού αναγνωρίζουν ικανότητες. Μία από αυτές είναι να αφουγκράζεται την κοινή γνώμη, να αντιλαμβάνεται τους συσχετισμούς και να τοποθετείται ανάλογα. Υπό αυτό το πρίσμα ευφυώς έβαλε πιο χαμηλά τον πήχυ της διαφοράς στις ευρωεκλογές. Αναφερόμενος στις προηγούμενες, του 2014, σημείωσε ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε 26% και ο πήχυς είναι αυτός που έβαλε ο κ. Τσίπρας, οτιδήποτε πάνω από 26% με 3,5 μονάδες διαφορά από το δεύτερο κόμμα».

Η επισήμανση του αντιπροέδρου της Ν.Δ. για νίκη με τουλάχιστον 3,5% διαφορά και ποσοστό 29,5% είναι συγκρατημένη και υπό αυτή την έννοια πιο χρήσιμη τόσο σε ό,τι αφορά την ουσία όσο και την επικοινωνιακή στρατηγική. Πρόσθεσε, δε, ότι στις εθνικές εκλογές που ακολούθησαν, τον Ιανουάριο του 2015, «η διαφορά ήταν διπλάσια από τις ευρωεκλογές· έτσι θα γίνει και τώρα».

Οι δημοσκόποι επιμένουν ότι οι μετρήσεις που δείχνουν διαφορά από 10 έως 13 ποσοστιαίες μονάδες υπέρ της Ν.Δ. είναι προϊόν επιστημονικής επεξεργασίας και όχι απόπειρα δημιουργίας εντυπώσεων. Ωστόσο, εάν ληφθεί υπόψη η μικρή συσπείρωση του κυβερνώντος κόμματος, το γεγονός ότι αρκετοί υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ενδοιασμούς για τα πεπραγμένα της τετραετίας αλλά τελικά ίσως τον ξαναψηφίσουν, όπως και τα «όπλα» που διαθέτει η εκάστοτε κυβέρνηση στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, καθίσταται σαφές ότι το σκηνικό είναι πιο σύνθετο και μπορεί να αποδειχθεί «παγίδα» για δημοσκόπους και κόμματα.

Γι’ αυτό επιβάλλεται νηφαλιότητα, όχι υπερβολές. Εάν η Ν.Δ. κερδίσει με 15% διαφορά και εξασφαλίσει αυτοδυναμία, θα έχει πετύχει έναν θρίαμβο και θα της αξίζουν συγχαρητήρια. Αλλά το να οικοδομείται η προεκλογική στρατηγική μονοδιάστατα, πάνω σε αυτή την εξαιρετικά φιλόδοξη προοπτική, εγκυμονεί κινδύνους.

Με το ίδιο σκεπτικό δεν είναι ευφυές να θεωρεί κανείς σχεδόν δεδομένη μια πεντακομματική Βουλή. Η Ελληνική Λύση, με ή χωρίς συνεργασίες, είναι πιθανό να υπερβεί το 3%, η Ενωση Κεντρώων βρίσκεται στο όριο, ενώ δεν είναι σίγουρο ότι οι διάσπαρτες ιδεολογικά συγγενείς δυνάμεις στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ –Λαϊκή Ενότητα, Πλεύση Ελευθερίας, ΜέΡΑ25 (χωρίς να υπολογίζει κανείς και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ)– δεν θα συναντηθούν σε ένα κοινό ψηφοδέλτιο χάριν της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Σε αυτό το περιβάλλον ο αρχηγός και τα στελέχη της Ν.Δ. έχουν κάθε δικαίωμα να εκπέμπουν αέρα νίκης καταθέτοντας εφικτές λύσεις, μακριά από λαϊκισμούς. Αλλά όχι υπεραισιοδοξία και δηλώσεις περί συντριβής του αντιπάλου με 10% ή 15% διαφορά. Διότι έτσι «κινδυνεύουν» να πετύχουν στις εθνικές εκλογές μια ξεκάθαρη νίκη, π.χ. με διαφορά 6% –που, παρεμπιπτόντως, θα αποτελεί τεράστια αντιστροφή συσχετισμών σχεδόν 14 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το ’15– και να ερμηνευθεί αυτή, και όχι μόνο από τα άλλα κόμματα, ως ένα θολό αποτέλεσμα, αν όχι ήττα. Για αυτό, καλύτερα αυτοσυγκράτηση και ο πήχυς χαμηλά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ