Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Η διεθνής της παραφροσύνης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Α​​κόμη μετρούσαν τους νεκρούς της τρομοκρατικής επίθεσης στο Κράισττσερτς της Νέας Ζηλανδίας χθες, όταν στην άλλη άκρη της Γης ομοϊδεάτες του δολοφόνου παίνευαν τη σφαγή τουλάχιστον 49 ατόμων μέσα σε δύο τεμένη της πόλης. Ενας (ή ο μόνος) δράστης είχε εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα, διανέμοντας «μανιφέστο» σε κοινωνικά δίκτυα και προβάλλοντας την επίθεση σε ζωντανή μετάδοση στο Facebook.

Ο ίδιος ο 28χρονος Αυστραλός Μπρέντον Τάραντ έγραψε ότι ήρθε σε επαφή με τον Νορβηγό ακροδεξιό τρομοκράτη Αντερς Μπρέιβικ και ότι ο φυλακισμένος για τη δολοφονία 77 ανθρώπων ευλόγησε τη χθεσινή επίθεση... Στο μανιφέστο λέει, επίσης, ότι ζήτησε την ευλογία των Ιπποτών του Ναού, χωρίς να διευκρινίζει σε ποια συγκεκριμένη ομάδα αναφερόταν και εάν εξασφάλισε την «ευλογία» και αυτής για τη μαζική δολοφονία μουσουλμάνων. Γεγονός είναι ότι στο δικό του μυαλό, και σε αυτό αρκετών άλλων αυτόκλητων σταυροφόρων υπέρ της λευκής φυλής, ο δράστης πίστευε ότι είναι στρατιώτης σε έναν παγκόσμιο φυλετικό πόλεμο όπου οι λευκοί βρίσκονται σε άμυνα.

Τα ίδια δήλωνε ο Μπρέιβικ μετά τη δική του φονική επιδρομή εναντίον συμπατριωτών του το 2011. Πίστευε ότι ήταν στρατιώτης ενός παγκόσμιου στρατού που μαχόταν υπέρ της φυλής του. Το «μοντέλο Μπρέιβικ», όπου ο μοναχικός δράστης «αποθεώνεται» από ομοϊδεάτες του στην άλλη άκρη του κόσμου, κάνοντάς τον να αισθανθεί πως είναι μέλος ενός μεγάλου, αόρατου στρατού, είναι το ίδιο που χρησιμοποιεί η ισλαμική τρομοκρατία.

Το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την πρακτική για να στρατολογήσει όσους έσπευσαν στο σκοτεινό «χαλιφάτο» στη Συρία και στο Ιράκ, αλλά και όσους έδρασαν μόνοι, χρησιμοποιώντας όποιο μέσο μπορούσαν για να σκοτώσουν ανθρώπους σε κάθε γωνιά της Γης. Το Ισλαμικό Κράτος, με το χρήμα και τις δομές που απέκτησε στο απόγειο της ισχύος του, μπορούσε να τροφοδοτεί τη φωτιά του φανατισμού με επαγγελματικής ποιότητας βιντεοσκοπήσεις της βαρβαρότητάς του· σκοπός της προπαγάνδας ήταν να εμπνέει τους πιστούς και να τρομοκρατεί τους «εχθρούς». Σήμερα είναι ευκολότερα από ποτέ για τον καθένα να παρουσιάζει το «έργο» του σε ζωντανή μετάδοση.

Οταν ο Μπρέιβικ διέπραξε το έγκλημά του, η ύπαρξη αρκετών οπαδών του στο Διαδίκτυο εξέπληξε πολλούς. Σήμερα, τα κοινωνικά δίκτυα πλημμυρίζουν από μίσος και οργή με κάθε αφορμή – θρησκευτική, εθνική, φυλετική κ.λπ. Αυτό το δηλητήριο τροφοδοτεί την πολιτική και οι εντάσεις που προκαλούνται δημοσίως πολλαπλασιάζονται στο Διαδίκτυο.

Εάν ο Μπρέιβικ έπρεπε να είναι σοβαρότατα διαταραγμένος για να πιστέψει ότι αρκετοί τον ακολουθούσαν ώστε να σκοτώσει τόσους ανθρώπους, τώρα όποιος θελήσει να τον μιμηθεί βρίσκει εύκολα τους «οπαδούς» που έχει ανάγκη. Το Ισλαμικό Κράτος απέδειξε πόσο αποδοτικό είναι η πράξη του παράφρονα να πλαισιώνεται από την αίσθηση πως είναι μέρος μιας μεγαλύτερης μάχης, ότι συμβάλλει στην αποκατάσταση μιας αδικίας εναντίον της ομάδας στην οποία πιστεύει ότι ανήκει.

Τι να πει κανείς όταν τα τελευταία χρόνια απέδειξαν ότι όποιος θέλει να σκοτώσει πολλούς ανθρώπους θα βρει και την αφορμή και τα μέσα και την ευκαιρία να το κάνει; Οι δράστες έχουν σκοπό να «σπείρουν τον φόβο», όπως δηλώνει και το μανιφέστο του Τάραντ. Εάν δεν διαθέτουν αυτόματα όπλα και εκρηκτικά, χρησιμοποιούν φορτηγά, μαχαίρια και ό,τι άλλο βρουν. Στη σύγχρονη κοινωνία, τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα κέντρα των πόλεων συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό ανθρώπων σε όλη τη διάρκεια του 24ώρου, η μετακίνηση πολιτών είναι ελεύθερη, όλος ο πλανήτης βρίσκεται σε άμεση σύνδεση, μεταδίδοντας και γνώση και μίσος: δεν μπορεί να αποτραπεί κάθε απόπειρα μαζικής δολοφονίας, ούτε σε χώρες με μεγάλες εντάσεις ούτε σε προνομιούχες κοινωνίες.

Πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα, τότε; Τι να προτείνουμε; Να είχαν ενταχθεί «αποξενωμένοι» νεαροί όπως ο Μπρέιβικ ή οι Γάλλοι, Βέλγοι και Βρετανοί που αιματοκύλισαν τις χώρες τους ως «μαχητές του Ισλάμ» σε κάποια μαγικά «κοινωνικά προγράμματα»; Αυτό θα προλάμβανε το κακό; Προφανώς η καταστολή βοηθάει, όπως ο αφανισμός του Ισλαμικού Κράτους στην εστία του, όπως η αυστηρότερη αστυνόμευση και οι παρακολουθήσεις ατόμων και μηνυμάτων. Ολα αυτά, όμως, υπονομεύουν την ελευθερία· σιγά σιγά συνηθίζουμε το δηλητήριο, τον φόβο και το μίσος, που τρέφουν τη μισαλλοδοξία και τρέφονται απ’ αυτήν, οδηγώντας μας σε ολοένα μικρότερες, πιο αγριεμένες ομάδες.

Με όλες τις θρησκείες της, τους διεθνείς οργανισμούς και τα τεχνολογικά της επιτεύγματα, η ανθρωπότητα δεν πέτυχε να πιστέψουμε όλοι στην ιερότητα της ζωής, στον σεβασμό στον «άλλον», στη δυνατότητα του πολιτισμού να λύνει διαφορές. Θα μάθουμε να ζούμε, λοιπόν, και με τη νέα μορφή μαζικής βίας – της διεθνούς της παραφροσύνης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ