ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Rebate και clawback, εμπόδια στα καινοτόμα φάρμακα για την Ελλάδα

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΟΝΤΗ

Είναι απαραίτητο να θεσμοθετηθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα τιμολόγησης, λέει ο κ. Μπρούνο Βολσλέγκελ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ανάχωμα στη διείσδυση καινοτόμων φαρμάκων στην ελληνική αγορά αποτελούν φοροεισπρακτικά μέτρα, όπως το rebate και το clawback που καλούνται να πληρώσουν τα τελευταία χρόνια οι φαρμακευτικές εταιρείες στην Ελλάδα, αναφέρει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο Μπρούνο Βολσλέγκελ, επικεφαλής εμπορικών δραστηριοτήτων Ευρώπης του βιοφαρμακευτικού τομέα του ομίλου Merck. Παράλληλα, ο ίδιος επισήμανε ότι είναι απαραίτητο να θεσμοθετηθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα τιμολόγησης, ενώ ευελπιστεί ότι η πολιτεία θα κατανοήσει πως η «καινοτομία δρα προς όφελος των ασθενών».

Για τη γερμανική εταιρεία, η Ελλάδα συνεχίζει να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αγορές στην Ευρώπη με βάση και τον πληθυσμό της, ενώ τόνισε και την ανάγκη να υπάρχει πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε καινοτόμα φάρμακα όπως για παράδειγμα για την αντιμετώπιση του καρκίνου και της πολλαπλής σκλήρυνσης. «Αναμένουμε να δούμε τις αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο θα εντάξει στην αγορά τα καινοτόμα φάρμακα», αναφέρει ο κ. Βολσλέγκελ. Ο ίδιος έδωσε το παράδειγμα της Πορτογαλίας, όπου εκεί η πορτογαλική κυβέρνηση αφαιρεί από το clawback το ποσό που επενδύεται στην Ερευνα και Ανάπτυξη (R&D). «Εάν κάποιος επενδύσει στη χώρα για έρευνα και ανάπτυξη, όπως κάνουμε εμείς σε πολλές χώρες στην Ευρώπη, το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί από το clawback. Αυτό ήταν μία πολύ καλή ιδέα όχι μόνο για την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσκολιών, αλλά και για την ενίσχυση της ανάπτυξης. Πρόκειται για ένα “win-win” τόσο για την κοινωνία, όσο και για την κυβέρνηση και τη φαρμακοβιομηχανία». Σημειώνεται ότι τα μέτρα clawback και rebate έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, με σκοπό τον περιορισμό και τη συγκράτηση της φαρμακευτικής δαπάνης. To μεν rebate εφαρμόζεται ως έκπτωση επί του τζίρου που κάνουν οι φαρμακευτικές εταιρείες στους προμηθευτές τους, ενώ το clawback εισήχθη το 2012 και αφορά εκείνο το ποσό που επιστρέφουν οι εταιρείες στο Δημόσιο, σε περίπτωση που υπάρχει υπέρβαση του ορίου του προϋπολογισμού της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης.

Η Merck αποτελεί γερμανική εταιρεία επιστημών και τεχνολογίας και δραστηριοποιείται σε τρεις διαφορετικούς επιχειρηματικούς κλάδους: τον κλάδο υγείας, των βιοεπιστημών και των υλικών υψηλής απόδοσης. Επίσης, μέχρι πρότινος δραστηριοποιούνταν και στον τομέα των προϊόντων προσωπικής φροντίδας (Consumer Health) τον οποίο εξαγόρασε τον περασμένο Απρίλιο η Procter & Gamble έναντι 3,4 δισ. ευρώ. «Η πώληση της μονάδας είναι σωστή κίνηση, διότι θα μας δώσει τη δυνατότητα να εστιάσουμε στην καινοτομία και να δούμε πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση».

Η καινοτομία για τον όμιλο Merck δεν αφορά όμως μόνο την παραγωγή και την εισαγωγή νέων θεραπειών στα συστήματα υγείας. Η εταιρεία σκοπεύει μέσα στο επόμενο διάστημα να ενισχύσει τον κλάδο των υλικών υψηλής απόδοσης (performance materials), που περιλαμβάνει υλικά –όπως για παράδειγμα η κατασκευή υγρών κρυστάλλων– για εφαρμογές σε τομείς όπως τα ηλεκτρονικά καταναλωτικά είδη, τα καλλυντικά (π.χ. οι χρωστικές ουσίες που υπάρχουν σε προϊόντα μακιγιάζ), ο φωτισμός, τα φωτοβολταϊκά κ.ά. Κινούμενη προς αυτήν την κατεύθυνση, η εταιρεία διεκδικεί σθεναρά την απόκτηση της αμερικανικής επιχείρησης ηλεκτρονικών υλικών Versum Materials έναντι τιμήματος 5,9 δισ. δολ., με σκοπό να «χτυπήσει» εκείνη της Entegris, ύψους 4 δισ. δολαρίων.

Ωστόσο, το 2018, τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων της Merck Group (ΕBITDA) μειώθηκαν κατά 10,5% και διαμορφώθηκαν στα 3,8 δισ. ευρώ το 2018 από 4,2 δισ. το προηγούμενο έτος, γεγονός που οφείλεται στις αρνητικές επιδράσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών σε αγορές όπως της Λατινικής Αμερικής, όπου δραστηριοποιείται η εταιρεία. Οι καθαρές πωλήσεις του ομίλου κατέγραψαν άνοδο 2,2% στα 14,8 δισ. ευρώ από 14,5 δισ. το 2017, ενώ το χρέος της εταιρείας κινήθηκε πτωτικά λόγω της πώλησης του τομέα προϊόντων προσωπικής φροντίδας στην P&G. Ετσι, στο τέλος του 2018, το καθαρό χρηματοοικονομικό χρέος της μειώθηκε κατά 3,4 δισ. ευρώ στα 6,7 δισ. ευρώ, ενώ οι επενδύσεις σε Ε&Α διαμορφώθηκαν στα 2,2 δισ. ευρώ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ