ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σχεδόν τρία χρόνια από το καλοκαίρι του 2016, οπότε διέρρευσε ότι οι Deutsche Bank και Commerzbank εξέταζαν τη μεταξύ τους συγχώνευση, οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες της Γερμανίας ανακοίνωσαν επισήμως πλέον ότι συνομιλούν με αυτόν τον στόχο. Η έκβαση των συνομιλιών παραμένει αβέβαιη, όπως διαβεβαιώνουν στελέχη και των δύο τραπεζών. Η ανακοίνωση, πάντως, έχει ενσπείρει προβληματισμό μεταξύ των ειδικών για τη σκοπιμότητα του εγχειρήματος και ανησυχία μεταξύ των εργαζομένων στις δύο τράπεζες.

Τις επαφές επιβεβαίωσε χθες ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Ολαφ Σολτς. Η επισημοποίηση από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών εκτιμάται πως αυξάνει τις πιθανότητες να ευοδωθούν αυτή τη φορά οι συνομιλίες που είχαν καταρρεύσει το 2016. Οπως αναφέρουν αναλυτές του κλάδου, η γερμανική κυβέρνηση τάσσεται υπέρ της συγχώνευσης των δύο ιστορικών τραπεζών ώστε να έχει η Γερμανία έναν εθνικό τραπεζικό πρωταθλητή. Η συγχώνευση φαίνεται, άλλωστε, να αποτελεί την κάλλιστη δυνατή λύση για την επιβίωση της πάλαι ποτέ πανίσχυρης Deutsche Bank.

Το Βερολίνο θέλει να παραμείνει σε γερμανικά χέρια η Commerzbank, που έχει ειδικευθεί στη χρηματοδότηση μεσαίων επιχειρήσεων, της ραχοκοκαλιάς δηλαδή της γερμανικής οικονομίας. Ελέγχει, άλλωστε, μεγάλο ποσοστό της, ύστερα από δύο ενέσεις κεφαλαίου που χορήγησε στη δεύτερη σε μέγεθος γερμανική τράπεζα εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Θεωρητικά η συγχώνευση των δύο τραπεζών θα δημιουργήσει την τρίτη σε μέγεθος τράπεζα στην Ευρώπη μετά την HSBC και την BNP Paribas, με άθροισμα ενεργητικού περίπου 1,8 τρισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των δανείων και επενδύσεων, και άθροισμα χρηματιστηριακής αξίας περίπου 25 δισ. ευρώ. Οι δύο τράπεζες απασχολούν, άλλωστε, 140.000 υπαλλήλους ανά τον κόσμο και τα εργατικά συνδικάτα, με προεξάρχον το πανίσχυρο Verdi, εναντιώνονται στην προοπτική συγχώνευσης, προβλέποντας έως και 30.000 απολύσεις.

Η σκοπιμότητα και η βιωσιμότητα της συγχώνευσης αμφισβητούνται, δεδομένων των προβλημάτων των δύο τραπεζών και ιδιαιτέρως της Deutsche Bank που αγωνίζεται να επανέλθει σε βιώσιμη κερδοφορία μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση.

«Δεν βλέπουμε να αναδύεται ένας εθνικός πρωταθλητής αλλά μια παραπαίουσα νεκροζώντανη τράπεζα που μπορεί να προκαλέσει στο γερμανικό κράτος νέα ζημία πολλών δισ. ευρώ», σχολιάζει ο Γκέρχαρντ Σχικ, παράγων του χρηματοπιστωτικού κλάδου και πρώην μέλος του γερμανικού Κοινοβουλίου. Οι αντιρρήσεις δεν προέρχονται μόνον από χρηματοπιστωτικούς αλλά και από πολιτικούς κύκλους. Ο Χανς Μίχελμπαχ, στέλεχος του βαυαρικού κόμματος των Χριστιανοκοινωνιστών και αδερφού κόμματος του κυβερνώντος CDU, κάλεσε την κυβέρνηση να πουλήσει το μερίδιό της στην Commerzbank προτού κλείσει η συμφωνία. Η αιτία των αντιρρήσεων σχετίζεται με τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Deutsche Bank την τελευταία δεκαετία. Εν μέσω χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Deutsche προχώρησε σε αποεπενδύσεις και σε χιλιάδες απολύσεις. Της επεβλήθη πρόστιμο ύψους 2,5 δισ. δολαρίων, αντίστοιχο των 2,2 δισ. ευρώ, για την εμπλοκή της στο σκάνδαλο χειραγώγησης του επιτοκίου Libor και νέο πρόστιμο ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ για κινήσεις της που οδήγησαν στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Η εμπλοκή του πάλαι ποτέ πανίσχυρου τραπεζικού κολοσσού σε σκάνδαλα κλόνισε την εμπιστοσύνη των επενδυτών, οδήγησε σε περαιτέρω πωλήσεις περιουσιακών του στοιχείων και μειώσεις προσωπικού, αλλά η Deutsche Bank δεν έχει κατορθώσει να ορθοποδήσει. Σε ό,τι αφορά την Commerzbank, εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης το Βερολίνο έχει αναγκαστεί να της χορηγήσει δύο ενέσεις κεφαλαίου συνολικού ύψους άνω των 18 δισ. ευρώ και να αναλάβει το 25% της τράπεζας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ