Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Μαζί εν σιωπή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σε μια αίθουσα χορού, τέσσερα ζευγάρια που βρίσκονται στην τρίτη ηλικία φαίνεται ότι επιθυμούν να χορέψουν. Οι κινήσεις τους είναι σχεδόν αδιόρατες, αργές, επαναλαμβανόμενες. Και οι οκτώ είναι διακεκριμένοι ηθοποιοί του θεάτρου, έμπειροι, με εντυπωσιακό βιογραφικό ο καθένας: Αλίκη Αλεξανδράκη, Κώστας Γαλανάκης, Γιάννης Δεγαΐτης, Αντώνης Ιορδάνου, Βασίλης Καραμπούλας, Υβόννη Μαλτέζου, Ράνια Οικονομίδου, Αννέζα Παπαδοπούλου.

Στα 50, περίπου, λεπτά που διαρκεί η χορογραφία-περφόρμανς της Παναγιώτας Καλλιμάνη «Allez viens...», στο Εθνικό Θέατρο, τα σώματα δηλώνουν, σε απόλυτη σιωπή, όλη τη διαδρομή τους στον χρόνο. Τα ζευγάρια δεν μιλούν μεταξύ τους, με μόνη εξαίρεση τη μία από τις γυναίκες που χτυπάει κατά διαστήματα το χέρι της στο πόδι καλώντας επιτακτικά τον σύντροφό της: «Ελα». Κάνουν μικρά βήματα, κάποτε πέφτουν και σέρνονται και στο δάπεδο, άλλοι δεν αποχωρίζονται την καρέκλα σαν να αποτελεί φυσική εξάρτυσή τους, η ατμόσφαιρα δηλώνει με κάθε τρόπο ένα παρελθόν που διστάζει –ή αδυνατεί– να γίνει παρόν. Οι κινήσεις τους είναι ανάμνηση χορού, ο χορός τους ανάμνηση κινήσεων. Η βραδύτητα στην έκφραση των επιθυμιών δεν σημαίνει και λιγότερες επιθυμίες· απλώς το σώμα δεν ακολουθεί. Πράττουν ελάχιστα, αλλά η πυκνότητα των αισθημάτων αποτυπώνεται μέσα στη, σχεδόν, ακινησία. Πώς γίνεται αυτό; Πώς η φθορά καταλήγει να είναι λιγότερο ορατή μέσα σε αυτό το 50λεπτο; Το θέαμα δεν εστιάζει ούτε στη θλίψη ούτε στη μελαγχολία ούτε στην παραίτηση που συνυπάρχει συχνά με την τρίτη ηλικία. Η απώλεια της νιότης μπορεί να είναι και μια συμφιλίωση με τον χρόνο, η συνήθεια ενός περιπάτου χωρίς σκοπό, με το γέλιο να αναβλύζει μέσα από μια συνεννόηση χωρίς λόγια. Περπατούν δίπλα δίπλα, ακουμπούν ο ένας στον άλλον και το βάρος της ύπαρξής τους λες και μοιράζεται μέσα από αυτά τα καθημερινά τελετουργικά που δημιούργησαν παρέα, σε μια ενδοεπικοινωνία, με λέξεις που περιγράφονται χωρίς να εκστομίζονται. Είναι μαζί εν σιωπή. Οι ρόλοι του αδύναμου και του πιο ισχυρού εναλλάσσονται διαρκώς, ο ένας εμπεριέχει τον άλλον, όπως συμβαίνει με το είδωλο στον καθρέφτη. Ο ένας «αντανακλά» τον άλλον.

Οπως και η ταινία «Amour» («Αγάπη») του Μίκαελ Χάνεκε, στην οποία αναφέρεται στο σημείωμά της η Παναγιώτα Καλλιμάνη, έτσι και το «Allez viens...» είναι γεμάτο βλέμματα: κατανόησης, τρυφερότητας, φόβου, ανημπόριας, τρόμου, απόσυρσης. Η χορογράφος επιμένει στις λεπτομέρειες, στο μη ορατό διά γυμνού οφθαλμού, και οι οκτώ ερμηνευτές της κάνουν το αόρατο ορατό.

Η παράσταση, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του Εθνικού Θεάτρου με τη σχεδόν α-χρονική κομψότητα, φέρει ίσως αυτό το ήσυχα επεξεργασμένο, εις βάθος, πνεύμα που επιθυμεί να προσδώσει στην κρατική σκηνή ο διευθυντής της Στάθης Λιβαθινός. Στη διάρκεια της θητείας του, που λήγει στις 29 Μαΐου, έπραξε αυτό που λίγοι πράττουν γιατί δεν έχει άμεσα εξαργυρώσιμα οφέλη, δεν προσφέρεται για δημόσιες σχέσεις και φωτογραφικά ενσταντανέ: φρόντισε να δημιουργήσει υποδομές συνδεδεμένες με την εκπαιδευτική διαδικασία (όπως η ίδρυση του Τμήματος Σκηνοθεσίας). Οι παραγόμενες παραστάσεις ενός Ε.Θ. είναι άλλοτε επιτυχημένες και άλλοτε όχι.

Σημασία έχει όμως κάποιος να φροντίζει αυτό που, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται, που στερεώνει τη βάση του μέλλοντος, θεμελιώνει την επόμενη μέρα. Η υπουργός Πολιτισμού δεν ανανέωσε τη θητεία του Στ. Λιβαθινού, απλώς την παρέτεινε για δύο μήνες. Υστερα, ποιος ξέρει... Το ΥΠΠΟΑ θα προχωρήσει σε δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πλήρωση της θέσης, «με την πεποίθηση ότι η προκήρυξη διαγωνισμού αποτελεί την καλύτερη εγγύηση αξιοκρατίας, εγκυρότητας, ίσων ευκαιριών και ανανέωσης του καλλιτεχνικού δυναμικού». Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει όταν η υπουργός απευθύνει την προκήρυξη σε όλους τους εποπτευόμενους φορείς χωρίς διακρίσεις. Γιατί, στην αντίθετη περίπτωση (ήδη έχει εξαιρεθεί το ΚΘΒΕ...), κάθε «εγγύηση αξιοκρατίας» καταρρέει και εμφανίζονται ενισχυμένα τα «προσόντα» της διαπλοκής και των υπαγορευμένων, από συντεχνίες και συμφέροντα, αποφάσεων.

Το «Allez viens...» θα το θυμόμαστε ως επίλογο μιας θητείας που, είτε επαναληφθεί είτε όχι, έδωσε προτεραιότητα στην άσκηση του βλέμματος, ώστε να διαπερνά το εφήμερο, επιδιώκοντας την αναζήτηση της κάθε φορά ουσίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ