ΚΟΣΜΟΣ

Αποχαιρετισμός στον τολμηρό παραμυθά

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Οταν ένας μικρός αναγνώστης ρώτησε τον Τ. Ούνγκερερ αν έχει ενδιαφέρον να πεθαίνει κανείς, εκείνος απάντησε: «Προφανώς! Τα πάντα είναι δυνατά. Μια μέρα, στο νοσοκομείο, σε κώμα, στο τέλος ενός τούνελ, βρέθηκα μαγεμένος από ένα απερίγραπτο φως! Ενιωσα ανακουφισμένος από όλη την ενοχή».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Απεβίωσε αρχές Φλεβάρη, στα 87 του. Ηταν γνωστός για τα παιδικά βιβλία που έγραψε και εικονογράφησε. Τα σχέδιά του κουβαλούσαν τη δική τους γεωλογία: τραχιά, τρυφερά, τρομακτικά. Οι ιστορίες του απαιτούσαν από το παιδί να παραδοθεί στον φόβο προκειμένου να τον ξεπεράσει. Εργάστηκε στον μοναδικό χώρο που αφήνει η αντίφαση, στον χώρο του συνεχούς ρίσκου. Αλλωστε, ο Τόμι Ούνγκερερ έμοιαζε ν’ ανήκει σε περισσότερους από έναν τόπους. Ισως γι’ αυτό δεν έπαψε να ταξιδεύει, ν’ αλλάζει χώρες και κατοικίες, λες και ήθελε ν’ αποφύγει κάποιο φάντασμα, που πιθανότατα να ήταν ο ίδιος.

Αφού δραπέτευσε στην Αμερική, έγινε γρήγορα διάσημος, ήδη με το πρώτο του βιβλίο, μα ο χαρακτήρας του ήταν άστατος και τα σχέδιά του προκλητικά. Μια σειρά από αφίσες ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ και μερικά ερωτικά σκίτσα ήταν αρκετά για να τον ξαποστείλουν στη Νέα Σκωτία του Καναδά, κι αργότερα ακόμα μακρύτερα, στα παράλια της Ιρλανδίας: όπως ο «Φεγγαράνθρωπος», ο ήρωας της ομότιτλης ιστορίας, που εκδόθηκε το 1966. Ο άνθρωπος-φεγγάρι πέφτει από τη Σελήνη επειδή λαχταρά τη συντροφιά των ανθρώπων, όμως η ανθρωπότητα τρομοκρατείται αδικαιολόγητα και τον καταδιώκει.

Ο Ούνγκερερ είχε το ιδιαίτερο χάρισμα να αποδίδει με απλές γραμμές τον παραλογισμό της εξουσίας. Του άρεσε να σκιτσάρει τους πολιτικούς, τους αστυνομικούς και τους στρατιωτικούς, ακριβώς όπως είναι, σαν καρικατούρες. Τα σχέδιά του ήταν σύντομα κι οργανωμένα· σαν γροθιά.

Γεννήθηκε στην Αλσατία, σ’ εκείνο «το νησί ανάμεσα στους ωκεανούς της Γαλλίας και της Γερμανίας», όπως είχε πει σε μια συνέντευξή του, και  πέρασε τα παιδικά του χρόνια λίγο πιο έξω από το κατεχόμενο Στρασβούργο, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά. Στο σχολείο, αναγκάστηκε ν’ ακολουθήσει τη γερμανική παιδεία, με αποτέλεσμα οι παιδικές του ζωγραφιές να υποταχθούν στη λάμψη του ναζισμού, μόνο που την ίδια στιγμή έβγαζαν τη γλώσσα τους στη δύναμη που τιμούσαν, επειδή μάλλον ο Ούνγκερερ ήταν ένα αυθάδικο αγόρι που είχε μόλις μάθει πως το καλό συνυπάρχει με το κακό, πως η ζωή δεν είναι παρά ένα αινιγματικό νόμισμα που έχει δύο όψεις, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται συγκρουόμενες.

Ετσι, όταν σχεδίασε τους «Τρεις ληστές» στις αρχές της δεκαετίας του ’60 –ένα από τα ελάχιστα βιβλία του Ούνγκερερ που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά–, δεν είχε ξεχάσει το μάθημα των αντιφατικών συμπεριφορών που του είχε διδάξει ο πόλεμος: οι ληστές απάγουν το μικρό κορίτσι, αλλά η απειλητική τους στρατηγική ανατρέπεται. Η Τίφανι τους αφοπλίζει με την αθωότητά της και μέσα από την κάπα των κακοποιών αναδύεται η κρυμμένη τους καλοσύνη. Ο τρόμος αντικαθίσταται από μια ανεξέλεγκτη τρυφερότητα που έρχεται να πλασαριστεί για να κατακλύσει τις σελίδες.

Οι ιστορίες του Ούνγκερερ μας επιτρέπουν να φαντασιωθούμε την αγαθή μας πλευρά, την τόλμη μας. Ταυτόχρονα όμως πιστοποιούν την αγωνία μας, τον θυμό μας, τη βία μας. Ενδεχομένως, επειδή τα σχέδιά του είναι σαν να τα υποκινεί ένα παιδί παρέα μ’ έναν εκτελεστή, διατηρώντας ωστόσο την ήπια λειτουργία που έχουν τα σπουδαία βιβλία: τα πραγματικά σημαντικά βιβλία δεν ενθουσιάζουν, μοιάζουν περισσότερο με αφοσιωμένους φίλους που ενίοτε τους βαριόμαστε. Οταν τελειώνεις ένα εικονογραφημένο παραμύθι του Ούνγκερερ, δεν ενθουσιάζεσαι. Ο ενθουσιασμός προκύπτει από την ανάγκη για μια επιπλέον ανάγνωση. Το έργο του είναι σαν να μας υπενθυμίζει πως το ζητούμενο δεν είναι η προσωρινή λάμψη, μα η διάρκεια.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αφού αποκαταστάθηκε τ’ όνομά του στην Αμερική, κι έπειτα από μια πολυετή σιωπή, ο Ούνγκερερ αποφάσισε να εκδώσει ξανά παιδικά βιβλία. Τούτη η παύση έμοιαζε αναγκαία για να ετοιμάσει το πιο σπαρακτικό του βιβλίο, τον «Οτο», την περιπέτεια ενός λούτρινου αρκούδου που δραπετεύει από τον πόλεμο, ταξιδεύει στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, για να επιστρέψει μοιραία στα γερασμένα πια χέρια του Εβραίου κατόχου του που έχει επιζήσει από το Ολοκαύτωμα: μισός αιώνας αποτυπωμένος σε μερικές αράδες και μια χούφτα σχέδια προορισμένα για τα μάτια των παιδιών, για τη μνήμη.

Πέρυσι, κυκλοφόρησε στη Γαλλία το «Ούτε ναι ούτε όχι», μια συλλογή απαντήσεων του Ούνγκερερ στις ερωτήσεις των μικρών του αναγνωστών. Οταν ένα αγόρι τον ρωτάει αν έχει ενδιαφέρον να πεθαίνει κανείς, αυτός γράφει: «Προφανώς! Τα πάντα είναι δυνατά. Μια μέρα, στο νοσοκομείο, σε κώμα, στο τέλος ενός τούνελ, βρέθηκα μαγεμένος από ένα απερίγραπτο φως! Ενιωσα ανακουφισμένος απ’ όλη την ενοχή». Εφυγε ήσυχα στον ύπνο του. Πουθενά δεν είναι αρκετά μακριά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ