ΒΙΒΛΙΟ

Προμελετημένα ναυάγια

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ
Ρηχό νερό, σκιές
εκδ. Κίχλη, σελ. 166


Μία ημέρα πριν από την 26η Απριλίου του 1986, όταν έγινε η έκρηξη στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, οι ήρωες του Ακη Παπαντώνη, κάτοικοι μιας γειτονικής πόλης, βρίσκονται έγκλειστοι σε ιδιωτικά αδιέξοδα. Σε ένα σκοτεινό ισόγειο σε μπλοκ διαμερισμάτων, η Σβέτα μιλάει στον Θεό, αν και δεν θέλει να σωθεί. Είχε «αποφασίσει να ζει χωρίς ζωή». Στο ισόγειο ενός άλλου μπλοκ ο μικρός Βάνια, διάφανος σαν φάντασμα, ζει με την κοιμισμένη γιαγιά του, που ονειρεύεται έναν Ουζμπέκο ποιητή. Ο Μαξ βλέπει τον παππού του, άλλοτε παρασημοφορημένο πολεμιστή, φυλακισμένο σε ένα δωμάτιο και δεμένο με δερμάτινες λωρίδες στο κρεβάτι, γιατί η άνοια κατέκλυζε το μυαλό του με εχθρούς που είχε από καιρό κατατροπώσει. Σε ένα άλλο διαμέρισμα η Ιρίνα και ο Ντμίτρι καβγαδίζουν παραμένοντας δεσμώτες του παράφορου έρωτά τους.

Το παρελθόν, όπως πάντα, καραδοκεί στο παρόν. Οπλα ληγμένων πολέμων, αυτοκίνητα διανυσμένων διαδρομών, ενθύμια ανδρείας, ξέθωρες φωτογραφίες αλλοτινών χαρών, διαμελισμένες αλληλογραφίες, μασούρια με δολάρια, γερμανικά μάρκα και ρούβλια, όλα τα ένυλα απομεινάρια του παρελθόντος ναρκοθετούν την επιθυμία της λήθης. Η Σβέτα δεν μπορεί να ξεχάσει το χέρι που έλειπε από τον αριστερό ώμο του παππού της, περιβόητου λοχαγού, ο οποίος το 1944 είχε πνίξει μια ντουζίνα Γερμανούς αιχμαλώτους σε ρηχά νερά. Ο παππούς του Βιτάλι, πάλι, δεν μπορούσε να ξεχάσει τους συγκρατούμενούς του στο στρατόπεδο που οι Γερμανοί τον ανάγκαζαν να φωτογραφίζει. Τα είδωλά τους στο χαρτί έμοιαζαν «είτε με μακριές σκιές το σούρουπο είτε με διάφανα φαντάσματα». Οταν ο παππούς του Βιτάλι πέθανε και το σώμα του ξαπλώθηκε στο τραπέζι της κουζίνας, έγινε και αυτός «διάφανος μέσα σε μια δέσμη δυνατού φωτός». Η Ρεγγίνα, η γιαγιά του Βάνια, εξόριστη «στο γκουλάγκ της μνήμης», έμεινε διά βίου αφοσιωμένη σε έναν φασματικό Ουζμπέκο, ήρωα του Κόμματος, ο οποίος της έγραφε ποιήματα από το μέτωπο.

Ο Παπαντώνης επαναφέρει διαρκώς στην αφήγηση το μοτίβο του νερού και της σκιάς. Αυτή η σκηνογραφική επωδός, που πράγματι δημιουργεί ατμόσφαιρα, τοποθετεί τα πρόσωπα σε έναν αόριστο χωροχρόνο, ημιφωτισμένο και πνιγηρό από υγρασία. Οι διάφανες μορφές τους τούς προσδίδουν εξωανθρώπινη όψη. Τα λόγια τους επιδεινώνουν την υπόνοια υποβολιμαίας σκηνοθεσίας. Γεμάτα εκζήτηση, συγκινημένα από τον ίδιο τους τον στόμφο, ακούγονται εκτός τόπου και χρόνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι συνομιλίες της Ιρίνα και του Ντμίτρι, που σκιάζονται από τη σκοτεινιά του Κάτω Κόσμου. Η περιπάθεια των λόγων τους και τα στεντόρεια μινυρίσματα των φιλονικιών τους παραπέμπουν σε εξωφρενικά δραματοποιημένο θεατρικό. Ο απελπισμένος έρωτας εμπνέει και στους δύο μελαγχολικούς στοχασμούς περί του αβάσταχτου του βίου.

Γράφοντας για το προηγούμενο βιβλίο του Παπαντώνη, είχα μιλήσει για το ακαδημαϊκό του ύφος και την εντύπωση εργαστηρίου που απέπνεε. Εδώ το πρόβλημα επιμένει, καθώς ο Παπαντώνης ελέγχει τόσο εμμονικά τις κινήσεις και τις θυμικές διεγέρσεις των ηρώων, που τους στερεί κάθε αίσθηση ένσαρκης υπόστασης. Από το άλλο μέρος, η αγωνία του να υποδηλώνει τα συνδετικά σημεία των επιμέρους αφηγήσεων απλώς αποκαλύπτει την κατασκευαστική διαδικασία της συγγραφής. Το δε πυρηνικό ατύχημα δεν έχει κανένα λόγο αναφοράς. Η καταστροφή θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε και οπουδήποτε. Εν ολίγοις, τα σοβιετικά μπλοκ μετατρέπονται σε εργαστηριακούς θαλάμους, όπου μελετώνται οι αντιδράσεις επιλεγμένων πειραματόζωων σε αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες.

Η σοβαρότερη αδυναμία της γραφής του Παπαντώνη είναι ο ναρκισσισμός της. Ενας συγγραφέας που αγαπά υπερβολικά τις λέξεις του δεν θα βρει ποτέ τις κατάλληλες για να δώσει φωνή στους ήρωές του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ