ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ*

Η φορολογία καθηλώνει την ανάκαμψη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ιστορία επαναλαμβάνεται: το 2014, η καγκελάριος Μέρκελ επισκέφθηκε τον Αντώνη Σαμαρά και τον συνεχάρη για το τέλος της ελληνικής κρίσης· το 2019, έκανε το ίδιο με τον Αλέξη Τσίπρα.

Μεσολάβησαν τέσσερα χαμένα χρόνια. Η Ελλάδα υπέγραψε ακόμα ένα μνημόνιο, με νέες περικοπές αλλά και βαριές αυξήσεις φόρων. Οι αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έμειναν ξανά στα χαρτιά.

Η αύξηση του ΑΕΠ το 2018 δεν ξεπέρασε το 2%. Η χώρα εξακολουθεί να απέχει πολύ από το προ κρίσης βιοτικό επίπεδο. Για να πάρει μπρος η μηχανή της ανάπτυξης, η Ελλάδα χρειάζεται πάνω από όλα επενδύσεις. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μιλούν για ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα 15 δισ. ευρώ τα τελευταία οκτώ χρόνια. Η δημόσια πολιτική, συνεπώς, πρέπει να έχει ως κεντρικό στόχο την προσέλκυση νέων επενδύσεων.

Ενας λόγος για τo επενδυτικό τέλμα που επικρατεί από την αρχή της ελληνικής κρίσης είναι το χαμηλό επίπεδο των δημόσιων επενδύσεων, που λειτουργεί ως τροχοπέδη και για τις ιδιωτικές. Ωστόσο το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων έχει θυσιαστεί στον βωμό της ανάγκης της κυβέρνησης να πετύχει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα –ακόμα υψηλότερα των ήδη φιλόδοξων στόχων– ώστε να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό μέρισμα που μοιράζει ετησίως. Ως αποτέλεσμα, ζωτικής σημασίας επενδύσεις, ειδικά στις δημόσιες υποδομές, δεν υλοποιούνται.

Οσο για τον ιδιωτικό τομέα, το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, είναι καταστροφικό. Σε ένα συνέδριο την περασμένη εβδομάδα, που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μαζί με το ΙΟΒΕ, αναδείχθηκε το γεγονός ότι στις περισσότερες διεθνείς κατατάξεις η Ελλάδα καταλαμβάνει την 27η ή την 28η θέση μεταξύ των «28» της Ε.Ε.: ποιότητα δημόσιων υπηρεσιών, προϋποθέσεις έναρξης, λειτουργίας και κλεισίματος επιχειρήσεων, φορολογική πολιτική, επίλυση νομικών διαφορών. Επιπλέον, το υψηλό επίπεδο κόκκινων δανείων έχει θέσει τις τράπεζες εκτός παιχνιδιού ως χρηματοδότες επενδύσεων.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ε.Ε. και στο ψηφιακό scoreboard της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που μετράει τον βαθμό ψηφιοποίησης της οικονομίας. Αυτό αποτελεί κρίσιμο εμπόδιο στην προσπάθεια της χώρας να ενισχύσει τις αναπτυξιακές της επιδόσεις μέσω των κλάδων εντάσεων γνώσης.

Ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος έχει δηλώσει ότι είναι ένθερμος υποστηρικτής των τεχνολογικών startups. Εχει δίκιο: η Ελλάδα έχει τεράστια ανάγκη να ιδρυθεί μεγάλος αριθμός νέων επιχειρήσεων σε αυτό το πεδίο. Ωστόσο, το φορολογικό καθεστώς που έχει επιβάλει η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι απλώς το πιο επιβλαβές για την επιχειρηματικότητα στην Ευρώπη· περιέχει, επιπλέον, ειδικά αντικίνητρα για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων. Πέρα από τους υψηλούς συντελεστές φορολόγησης των εταιρικών κερδών, τους υψηλούς φόρους εισοδήματος φυσικών προσώπων, τον υψηλό ΦΠΑ κ.ο.κ., οι νεοσύστατες εταιρείες αντιμετωπίζουν το επιπλέον βαρίδι των υψηλών προκαταβολών στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Υστερα από όλα αυτά, μία startup μένει ουσιαστικά χωρίς κέρδη.

Για μια οικονομία που αναζητεί διακαώς νέες οδούς μεγέθυνσης μέσω της καινοτόμου επιχειρηματικότητας, η πολιτική αυτή είναι ολέθρια. Δεν είναι να απορεί κανείς που οι καινοτόμοι Ελληνες συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη χώρα τους. Η τόνωση της ελληνικής οικονομίας προϋποθέτει την άμεση μείωση των φορολογικών συντελεστών, αλλά και την κατάργηση των προκαταβολών επί μελλοντικών φόρων. Επιπλέον, χρειάζεται μια νέα ώθηση στη μεταρρυθμιστική διαδικασία, ειδικά στους τομείς του ρυθμιστικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις και της καινοτομίας και στο δικαστικό σύστημα, ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες προσέλκυσης επενδύσεων και επιχειρηματικής ανάπτυξης.

Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη. Η ελληνική κυβέρνηση δείχνει να μην ενδιαφέρεται. Θα προλάβει η κ. Μέρκελ να συγχαρεί ακόμα έναν Ελληνα πρωθυπουργό; Και θα είναι αυτή τη φορά δικαιολογημένα τα συγχαρητήρια;

* Ο κ. Αλέξανδρος Κρητικός είναι διευθυντής ερευνών για θέματα επιχειρηματικότητας στο ινστιτούτο DIW Berlin.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ