ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η άλωση του Χαρτούμ από τον πολέμαρχο Μαχντί

Του Γιώργου Μαργαρίτη

Τις τελευταίες ημέρες του Ιανουαρίου του 1885 η βικτωριανή Αγγλία έμαθε, με μικρή καθυστέρηση, την άλωση του Χαρτούμ, της πρωτεύουσας του Σουδάν, από τις δυνάμεις του ισλαμιστή πολέμαρχου Ντανκαλαβί Μοχαμάτ Αχμάντ Μπεν Αμπταλάχ, του επονομαζόμενου Μαχντί. Ο Βρετανός επιτετραμμένος στην πόλη, ο περίφημος Γκόρντον, σκοτώθηκε στη μάχη, στα σκαλοπάτια του ανακτόρου του και μαζί του χάθηκαν οι περισσότεροι από τους Ευρωπαίους που βρέθηκαν εκεί (αναμεσά τους και μερικοί Ελληνες - Κεφαλονίτες).

Η ήττα δεν ήταν καθαρά ευρωπαϊκή. Ο σουδανικός ισλαμισμός του Μαχντί είχε μάλλον αφυπνιστεί από την -ευρωπαϊκή στις προθέσεις μόνο- αιγυπτιακή επέκταση προς τα νότια και τη συνεπακόλουθη ταραχή που προκαλούσε. Η όλη όμως υπόθεση αφορούσε την επιβολή ευρωπαϊκών κανόνων και τρόπων ζωής, ενώ η συμμετοχή βρετανικών αποσπασμάτων, η παρουσία και η προγενέστερη δράση του θρυλικού Γκόρντoν στην περιοχή προσέδωσαν στη μακρινή αυτή υπόθεση διαστάσεις δυσανάλογες προς το πραγματικό της μέγεθος. Η ήττα εγγράφηκε ως ήττα του πολιτισμού, της Δύσης, στην αδυσώπητη μάχη που η τελευταία θεωρούσε ότι έδινε για την προάσπιση των δυτικών αξιών, των μόνων που άξιζε να εκπροσωπούν την ανθρωπότητα. Αξίες πάνω στις οποίες στηριζόταν ο αποικισμός εξάλλου. Η αποτυχία μπροστά σε τρισβάρβαρες, φανατικές φυλές της ερήμου δεν ήταν επιτρεπτή για τους τότε τοποτηρητές του πολιτισμού και κυρίαρχους του κόσμου. Για το λόγο αυτόν, στη μακρινή Αγγλία η συγκίνηση και η οργή ξεχείλισε σε όλες τις γωνιές - από τα βασιλικά ανάκτορα της Βικτωρίας έως τις απόμερες φτωχογειτονιές του Λονδίνου.

Αυτό που θεωρήθηκε τότε σύγκρουση αξιών και πολιτισμών, στην πράξη είχε συγκεκριμένες ρίζες. Οι διαφορές ήσαν μάλλον υλικές και χειροπιαστές. Η, διαμέσου των Αιγυπτίων, επέκταση των ευρωπαϊκών αξιών στις ερημικές εκτάσεις του Σουδάν, από τον Νείλο ώς την Ερυθρά Θάλασσα, ανέτρεπε με συνοπτικές και βίαιες διαδικασίες την έως τότε τάξη των εκεί κοινωνιών. Η απαγόρευση του δουλεμπορίου και της δουλείας και η καταδίωξη των δουλεμπόρων, πρωτοβουλίες που θεωρούνταν ηθικές και θεάρεστες στη βιομηχανική και αποικιοκρατική δυτική Ευρώπη, κλόνιζαν την παραγωγική βάση και την κοινωνική οργάνωση σε εκτεταμένες περιοχές του πλανήτη. Δεν ήταν το κεφάλαιο και η μισθωτή εργασία που μπορούσε να αναπληρώσει τα κενά... Για το Λονδίνο ο Γκόρντον, ακούραστος διώκτης των δουλεμπόρων της Αφρικής και των «διεφθαρμένων» αρχόντων της Κίνας, ήταν ένα είδος Αρχαγγέλου του σύγχρονου κόσμου και της ηθικής του. Στο Σουδάν, όπως και στην Κίνα, η εικόνα του μάλλον ήταν αρκετά διαφορετική.

* * *

Στον δέκατο ένατο αιώνα, μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων, η Βρετανία βρέθηκε να είναι το ισχυρότερο κράτος στη γη. Η δύναμή της στηριζόταν στην κυριαρχία των θαλασσών. Κυριαρχούσε σε κάθε θαλάσσια γωνιά του πλανήτη, σε κάθε ωκεανό και αρχιπέλαγος, χωρίς να απειλεί τη βασιλεία της αυτή, στο παρόν και στο ορατό μέλλον, καμία από τις άλλες δυνάμεις της γης. Δεν ήταν μόνο ο αριθμός των καραβιών που εξασφάλιζε την απόλυτη κυριαρχία. Ενα πυκνό πλέγμα παραγόντων πιστοποιούσε και εξασφάλιζε αυτή την ανωτερότητα. Η χώρα είχε την τεχνογνωσία, τα μέσα και τους ανθρώπους, για να προλάβει κάθε πιθανή αμφισβήτηση αυτής της κυριαρχίας. Μπορούσε να κατασκευάσει στόλους πιο γρήγορα από οποιονδήποτε άλλον και, χάρη στη βιομηχανική της ανωτερότητα, να ενσωματώσει σε αυτούς κάθε τεχνολογική πρόοδο, ακόμα και όταν η αρχική ιδέα, η εφεύρεση, προερχόταν από αλλού. Διατηρούσε τον έλεγχο του θαλάσσιου εμπορίου, που, αντιπροσώπευε το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου της εποχής. Μπορούσε να ελέγχει τους θαλάσσιους δρόμους χάρις στο πυκνό πλέγμα των αποικιών, των λιμανιών, των βάσεων που της ανήκαν, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ή εκείνων που η ισχύ της κρατούσε ανοικτά και ασφαλή. Σε αυτή είχαν συγκεντρωθεί τα οικονομικά μέσα που στήριζαν τα σύνθετα πλέγματα του θαλάσσιου εμπορίου ή και της ισχύος στους ωκεανούς και τις ακτές του κόσμου. Στο κάτω κάτω, όλοι οι πιθανοί της αντίπαλοι, στην Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική, βρίσκονταν απασχολημένοι με δικά τους προβλήματα και κανείς δεν σκεφτόταν την αμφισβήτηση της επί των κυμάτων μονοκρατορίας.

Η Αυτοκρατορία ήταν τόσο ισχυρή ώστε δεν χρειαζόταν συμμάχους. Οι παρεμβάσεις της στη διεθνή σκηνή βασίζονταν συνήθως στο κύρος και την οικονομική ισχύ, σε εποχές που άλλες δυνάμεις έπρεπε να κινητοποιήσουν επιβλητικούς στρατούς για να γίνουν πιστευτές οι προθέσεις τους. Η Αυτοκρατορία είχε τόση αυτοπεποίθηση και πίστη στην ολόπλευρή της ανωτερότητα, ώστε δεν φοβόταν ανταγωνιστές - όσο αυτοί αποδέχονταν τις κυρίαρχες διαδικασίες: το ελεύθερο εμπόριο, την ανοικτή αγορά, τους νόμους της αγοράς και του καπιταλισμού. Σε πλήρη αντίθεση με τις πρακτικές των παλαιότερων Πορτογάλων, Ισπανών ή Ολλανδών θαλασσοπόρων, το Βρετανικό Ναυαρχείο αποτύπωνε σε λεπτομερείς χάρτες όλους τους θαλάσσιους δρόμους του πλανήτη και τους διέθετε πρόθυμα σε οποιονδήποτε ήθελε να δοκιμάσει την τύχη του σε αυτούς.

* * *

Παρ' όλη την εξωτερική λαμπρότητα, την πανίσχυρη αυτή Αυτοκρατορία την καταδίωκε σταθερά και αδυσώπητα ένας εφιάλτης. Εφιάλτης που πολλές φορές μετατρεπόταν σε διάχυτη φοβία, στα όρια σχεδόν της μαζικής υστερίας, που εύκολα αγκάλιαζε ολόκληρο το έθνος -τους άρχοντες, τους εμπόρους, τους βιομηχάνους και τους προλετάριους-, όσους δηλαδή επωφελούνταν ή νόμιζαν ότι επωφελούνται από την κυριαρχία του κόσμου. Δεν ήταν η επανάσταση αυτός ο φόβος όπως συνέβαινε σε άλλα κράτη της Ευρώπης. Ηταν εδώ, ο φόβος του αγνώστου, των δυνάμεων που έρπουν αθέατες μέσα στις υποδεέστερες κοινωνίες που κυβερνούσε το Στέμμα. Η «Μεγάλη Ανταρσία» των ινδικών στρατευμάτων στα 1857, με τα θύματα και τις συμφορές που προκάλεσε, παρέμεινε ανεξήγητη για τον βρετανικό αποικιακό ορθολογισμό. Ουδείς μπορούσε να φανταστεί ότι η πιθανολογούμενη χρήση χοιρινού λίπους για τη λίπανση των όπλων μπορούσε να προκαλέσει τέτοιο μακελειό. Ενας από τους πλέον διάχυτους ναυτικούς μύθους της εποχής ήταν επίσης μέρος του εφιάλτη. Η ανταρσία του «Μπάουντι», στα 1806, υπενθύμιζε το φόβο για τις συνέπειες που μπορούσε να έχει η επαφή των πειθαρχημένων και ηθικών λευκών με τις παραδεισένιες, όσο και «ανήθικες» κοινωνίες των ατολλών του Ειρηνικού.

Δεν ήταν η τυχόν απώλεια του Σουδάν, ως χώρου ζωτικού, οικονομικού ή στρατηγικού, που προκάλεσε τη βαθιά συγκίνηση στην Αγγλία του 1885. Δεν ήταν ο θάνατος των μετοίκων από την Κεφαλονιά ή του Τσαρλς Τζορτζ Γκόρντον, που οδήγησε σε πολυέξοδη εκστρατεία τον Λόρδο Κίτσενερ, στα βάθη της ερήμου, δέκα χρόνια αργότερα, ενάντια σε φυλές αδιάφορες ως προς τις γεωπολιτικές ή οικονομικές ισορροπίες του κόσμου. Για να προσμετρήσουμε τα γεγονότα, για να κατανοήσουμε τον παράξενο αυτό πόλεμο, είναι μάλλον αναγκαίο να ανατρέξουμε σε αυτό το απροσδιόριστο, όσο και ισχυρό αίσθημα του φόβου, της ανησυχίας που διέτρεχε την κυρίαρχη Αυτοκρατορία και σηματοδοτούσε τις σχέσεις της με τους υποτελείς και «υποδεέστερους». Ο φόβος του γαιοκτήμονα της Καραϊβικής, θα λέγαμε, απέναντι στις ανεξιχνίαστες νυχτερινές τελετές των δούλων του και στη μυστηριώδη δύναμη του «βουντού».

Αυτός ο φόβος τότε πολλαπλασίαζε τη σημασία και τη δυναμική κάθε πλήγματος που η Αυτοκρατορία θεωρούσε ότι δεχόταν από τον σκοτεινό κόσμο των υποδεέστερων.

Έντυπη