ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Saudade

Φωτεινή Μπουλτσή

Κυριακή της Ορθοδοξίας και οι πιστοί ξύπνησαν νωρίς, να προλάβουν τη λειτουργία στο μοναστήρι της Αγίας Σιών. Άναψαν κεριά, έκαναν τον γύρο της εκκλησίας, ήπιαν καφέ στη χόβολη στο απέναντι καφενείο κι έφυγαν για το σπίτι με μια χαρτοσακούλα φρυγανιές και κουλουράκια. 

Δεν πήγα στην εκκλησία κι αυτή την Κυριακή, όπως και όλες τις προηγούμενες. Κυρίως αυτή την Κυριακή, που γιορταζόταν ο θρίαμβος των εικόνων. 

Την Κυριακή άφηνα το μυαλό μου να ταξιδεύει μακριά σε πρόσωπα αγαπημένα, καθώς έπλενα τα ρούχα της βδομάδας, μαγείρευα ή σφουγγάριζα το σπίτι. Αυτές οι αρχέγονες τελετουργίες με ξεκούραζαν από τα βάσανα του σχολείου. Απόγευμα πια, ώρα για ξεκούραση. Τώρα, μόνο τα δύο καφενεία της πλατείας είχαν φως. Στην «Καφενταρία», με τις αρχαίες κολόνες και τη φωτογραφία του Στάλιν στον καθρέφτη, σύχναζαν μονάχα άντρες, έτσι δεν είχα άλλη επιλογή απ’ το απέναντι καφενείο με το παράξενο όνομα: «Τόπος Αλλού».

– Γεια σου, μωρέλι μ’, χαιρέτησαν όλοι μαζί, χαρούμενα. Ήμουν βλέπεις η μόνη θηλυκή παρουσία στο μαγαζί, εκτός απ’ την κυρα-Ταξούλα, τη γυναίκα του Γιώργου του Αμερικάνου, που κρατούσαν μαζί τον καφενέ.

Αλλά σήμερα υπήρχε ένα νέο πρόσωπο εδώ. Ήταν ο μοναχικός ζωγράφος που δίδασκε στο Τεχνικό Λύκειο του χωριού. Τον είδα μια φορά στον δρόμο με το μηχανάκι του, το κασκέτο και την τσαντάρα του και τον πέρασα για ταχυδρόμο. Από τότε δεν τον ξαναντάμωσα. Ο χειμώνας ήταν βαρύς κι ο καθένας στη γωνιά του βολεύτηκε όπως ήξερε.

Σήμερα όμως είναι άνοιξη, Κυριακή της Ορθής Δόξας, κι οι ανεμώνες έχουν ανθίσει στους ελαιώνες.

– Ακόμη περιμένω να μου φέρεις γράμμα, του είπα καθώς καθόμουνα στην καρέκλα που έσπρωξε προς τη μεριά μου.

– Πειράζει να σου φέρω τηλεγράφημα; απάντησε ο ζωγράφος στο ίδιο ύφος.

– Βρες κάτι να μου φέρεις γρήγορα! Έναν χειμώνα τώρα, ανοίγω την πόρτα μου και βρίσκω μοναχά λογαριασμούς.

– Κι εγώ που βρίσκω γράμματα και δεν τα ανοίγω, ανταπάντησε.

Έχει χιούμορ ο τύπος, σκέφτηκα. 

– Ήσουν το πρωί στην περιφορά των εικόνων, είπα για ν’ αρχίσω από κάπου.

– Και γιατί δεν σε είδα; απόρησε αυτός.

– Γιατί κοίταζες σε λάθος παράθυρο.

Έγινε μια μικρή σιωπή κι ύστερα ρώτησε:

– Θα μου κάνεις συντροφιά για ένα Saudade;

– Τι είναι αυτό, παγωτό;

– Είναι είδος ψυχικής κατάστασης, κάτι αδιευκρίνιστο, κάτι σαν την εξορία του πνεύματος θα μπορούσαμε να πούμε, σαν γλυκιά απαντοχή...

– Και πώς τρώγεται η εξορία του πνεύματος;

– Με καλαμάκι, το πίνεις όταν είσαι μονάχος και θλιμμένος.

– Και πώς θα πιούμε Saudade στη μέση του πουθενά, σ’ ένα καφενείο που σερβίρει μόνο μπίρες και κρασί, άντε και κάνα τσάι;

– Μπίρες και κρασί! Το Saudade θέλει μπίρα και κρασί, και κάτι άλλο που αν το βρούμε απόψε, θα είμαστε τυχεροί: κερασόζουμο.

– Πού θα βρούμε τέτοια ώρα κερασόζουμο; 

– Κυρα-Ταξούλα, φέρε μια μπίρα και κρασί. Μήπως έχεις κερασόζουμο;

– Αμέ, απάντησε η Ταξούλα.

Ξέφυγε ο νους στις φτωχογειτονιές της Λισαβόνας, αλλά η κυρα-Ταξούλα έφερε επιτέλους τα ποτά.

– Το λέμε «κερασώ». Το φτιάχνουμε με βύσσινα το καλοκαίρι, το λέμε και ρούμι.

Ούτε κολονάτα ποτήρια ούτε ζάχαρη κρυσταλλική υπήρχαν, μόνη η χαρά της συνάντησης τρεμόπαιζε στον αφρό των ποτηριών. Εικονοκλάστες ή εικονολάτρες, πνίξαμε στο ποτό τη νοσταλγία και τη θλίψη μας, κι όταν πια το βάζο με το «κερασώ» έπιασε πάτο και οι καρέκλες γύρω άδειασαν, καληνυχτίσαμε παραπατώντας τους νυσταγμένους φίλους μας.

– Όμως οι εικόνες κλέβουν την ψυχή, του είπα καθώς του έσφιγγα το χέρι.

– Και το Saudade την ξαναφέρνει πίσω, μου απάντησε με ένα φιλί.           ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ