Δεν του αρέσει να τον ρωτούν τι τον παρακινεί να γράφει. Είναι σαν να τον ρωτούν τι τον παρακινεί να... αναπνέει, όπως λέει. Άλλωστε, δεν ήθελε να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Ονειρευόταν να γίνει ντράμερ (ακόμη παίζει ντραμς), τενίστας ή ποινικολόγος – τα προσπάθησε όλα και απέτυχε, ομολογεί γελώντας. Και μια μέρα, όσο περίμενε τη σύντροφό του στην αίθουσα αναμονής ενός ιατρείου κι εκείνη αργούσε πολύ να βγει, άρχισε να σκέφτεται τι θα συνέβαινε αν δεν έβγαινε ποτέ ξανά και, επιπλέον, αν όλοι τον διαβεβαίωναν ότι δεν είχε ποτέ μπει στο γραφείο του γιατρού. Πάνω σε αυτή την ιδέα «έχτισε» το μυθιστόρημα «Η θεραπεία», που εκδόθηκε το 2006 και έβαλε αμέσως τον συγγραφέα του στη λίστα με τους πιο ευπώλητους, όχι μόνο στην πατρίδα του, τη Γερμανία, αλλά σε όλη την Ευρώπη – στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, όπως επίσης «Το δέμα» και «Η θέση 7Α». 

Σεμπάστιαν Φίτζεκ, μετρ του ψυχολογικού θρίλερ. Γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1971 και έχει γράψει επτά βιβλία, που έχουν μεταφραστεί σε 24 γλώσσες. Αυτές τις ημέρες ετοιμάζει τις βαλίτσες του. Θα ταξιδέψει στην Ελλάδα για δύο μοναδικές παρουσιάσεις: την Τρίτη 2 Απριλίου στη Θεσσαλονίκη, στο Public Τσιμισκή, και την Τετάρτη 3 Απριλίου στην Αθήνα, στο Public Συντάγματος. Πριν συναντήσει τους Έλληνες φαν του –και είναι πολλοί–, μίλησε στο «Κ» για τα έργα και τη ζωή του. Και αυτά είναι απολύτως συνυφασμένα. «Γιατί η ίδια η ζωή γράφει τις πιο περίεργες και ενδιαφέρουσες ιστορίες», εξηγεί. «Και θα σας εξηγήσω τι εννοώ... Το σπίτι μου είναι σε έναν μικρό δρόμο μιας ήσυχης γειτονιάς. Γνωρίζω όλους τους γείτονές μου. Μια μέρα, ο ταχυδρόμος χτύπησε την πόρτα μου με ένα πακέτο. Το όνομα του παραλήπτη δεν το είχα δει ποτέ ξανά. Ποιος ήταν αυτός ο μυστηριώδης γείτονας; Μήπως ήταν επικίνδυνος;» Κάπως έτσι άρχισε να ξετυλίγεται η ιστορία που θα διαβάσει κανείς στο «Δέμα». 

Μη νομίσετε, όμως, ότι ο δρόμος του Σεμπάστιαν Φίτζεκ ήταν πάντα στρωμένος με μπεστ σέλερ και... ροδοπέταλα. Κάθε άλλο. «Όταν ολοκλήρωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα, έστειλα το χειρόγραφο σε δεκαπέντε εκδοτικούς οίκους: οι δεκατρείς το απέρριψαν και οι υπόλοιποι δύο δεν απάντησαν ποτέ. Δεν αστειεύομαι, έτσι έγιναν τα πράγματα. Ήμουν τυχερός, όμως, γιατί γνώρισα τον Ρόμαν Χόκε, τον μέχρι σήμερα ατζέντη μου, που, έπειτα από τέσσερα χρόνια προσπάθειας, έπεισε τον οίκο Droemer Knaur να μου δώσει μια ευκαιρία...» Πόσο άλλαξε η ζωή του έκτοτε; «Καθόλου. Οδηγώ την ίδια Φεράρι και μένω στην ίδια έπαυλη. Τώρα αστειεύομαι!» απαντά. Γέλια ξανά. «Άλλαξε πολύ η ζωή μου. Αν δεν ήμουν συγγραφέας, δεν θα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τόσο πολλούς και ενδιαφέροντες ανθρώπους. Το ότι θα έρθω στην Ελλάδα το αποδεικνύει. Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν θα περίμενα να προσκληθώ στην τόσο σπουδαία χώρα σας, για να συναντήσω τους αναγνώστες των βιβλίων μου. Eίναι υπέροχο αυτό που μου συμβαίνει». 

Ο Φίτζεκ, που λατρεύει και ο ίδιος, ως αναγνώστης, την αστυνομική λογοτεχνία –ιδιαίτερα τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, τον Στίβεν Κινγκ, τον Χάρλαν Κόμπεν, τον Μάικλ Κράιτον και τον Μάικλ Ρόμποθαμ–, θεωρεί ότι μεγαλύτερη αρετή για έναν συγγραφέα, εκτός από τη δημιουργικότητα, είναι η ενσυναίσθηση. «Η ικανότητα να μπαίνεις στο μυαλό και στην καρδιά των άλλων ανθρώπων, ακόμα και των κακών». Το μεγαλύτερο μάθημα στη ζωή του το έχει πάρει «από ένα τυφλό κορίτσι, που μου έδειξε πόσο φωτεινός είναι ο κόσμος της». Και θεωρεί τυχερό τον εαυτό του που δεν έχει «μέση» μέρα ούτε ρουτίνα. «Αυτές τις ημέρες επισκέφτηκα ένα σχολείο στο Λουξεμβούργο, έκανα έρευνα σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, πήγα στο πάρτι που διοργάνωσε το νηπιαγωγείο του μικρού γιου μου (σ.σ. είναι πατέρας τριών παιδιών) και τώρα μιλάω μαζί σας. Βέβαια, όταν γράφω –τουλάχιστον τέσσερις μήνες χωρίς διακοπή, συνήθως–, αφήνω τα πάντα και αφοσιώνομαι στο γράψιμο».  

Θα έκανε ποτέ... απιστία στο crime fiction, γράφοντας κάποτε μια αστεία ιστορία; «Φυσικά, γιατί όχι; Αν μια τέτοια ιδέα γεννηθεί στο μυαλό μου, με χαρά θα την υπηρετήσω». Και πώς θα περιέγραφε με τρεις λέξεις τα μυθιστορήματά του; «Καθηλωτικά, γρήγορα και απρόβλεπτα»... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ