Μαργαρίτα Πουρνάρα ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Β. Λυριτζής: Ο καλός, αληθινός, συνάδελφος που δεν πουλούσε «ύφος»

ΕΛΛΑΔΑ

Χαμογελαστός, ατόφια ευγενής άνθρωπος, με άποψη και μαζί σεβασμό στην αντίθετη γνώμη ο Βασίλης Λυριτζής (1957-2019).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Η λέξη «συνάδελφος» κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Υστερα από πολλά χρόνια που δουλεύεις πλάι σε κάποιον, τον βλέπεις καθημερινά περισσότερο και από τους δικούς σου ανθρώπους. Ακόμα όμως και αν η συνεργασία δεν κρατήσει επί μακρόν, αποκτάς μια πολύτιμη αίσθηση του χαρακτήρα, ψυχανεμίζεσαι αμέσως τα χούγια, τις απόψεις, την προσωπική και επαγγελματική ηθική. Ειδικά στη δημοσιογραφία, αναδύονται αμέσως.

Είχα την τύχη να συστεγαστώ επαγγελματικά με τον Βασίλη Λυριτζή δύο φορές. Η πρώτη ήταν στα παρθενικά μου επαγγελματικά βήματα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 στο ραδιόφωνο του Flash. Θυμάμαι πόσο γλυκός και υποστηρικτικός ήταν προς εμάς τους νεαρούς ρεπόρτερ, τη «μαρίδα» του σταθμού. Εμπιστευόταν, έδινε ευκαιρίες, ποτέ δεν είχε ύφος. «Να ένα αδιάψευστο δείγμα καλού χαρακτήρα», έλεγα μέσα μου.

Τότε είχε πρωτοπέσει στο τραπέζι η ιδέα να γίνουν πρωινό δίδυμο με τον Δημήτρη Οικονόμου. Τους ξένισε και τους δύο η πρόταση. Ηταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά δεν ήταν τόσο αυτό, όσο το βάρβαρο ξύπνημα τα χαράματα. «Κάντε το έναν χρόνο και βλέπουμε», τους στρίμωξε ο διευθυντής. Και κάπως έτσι γίναμε μάρτυρες στον Flash του ντεμπούτου ενός εξαιρετικά επιτυχημένου ντουέτου που κράτησε 20 και πλέον χρόνια. «Ακόμα και πριν βγούμε στο γυαλί, ο κόσμος αναγνώριζε τις φωνές μας και τις συνδύαζε πάντοτε μεταξύ τους», λέει ο Δημήτρης Οικονόμου.

Λίγο αργότερα, παρέα με τον κουμπάρο και φίλο του Κώστα Γιαννακίδη, ξεκίνησε το Flash.gr, όταν το Διαδίκτυο ήταν στα σπάργανα στη χώρα μας. Ο Λυριτζής είχε έναν περίεργο συνδυασμό: ήταν από τους πρώτους που αγκάλιασε την ψηφιακή δημοσιογραφία, έβλεπε μπροστά και δεν φοβόταν τις προκλήσεις της.

Ομως σε ό,τι αφορά τη δεοντολογία, παρέμενε «αναλογικός», προσηλωμένος στις αξίες και τις αρχές του παλιού καλού καιρού. Πολιτικοί του φίλοι και αντίπαλοι συνομολογούσαν ότι αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει ήταν ο σεβασμός στην αλήθεια και στην αντίθετη άποψη. Ακόμα και όταν βγήκε στην τηλεόραση, ποτέ δεν είχε στόχο να δημιουργεί ανάμεσα στους προσκεκλημένους του κλίμα πόλωσης.

Πίστευε ότι στους τηλεοπτικούς «σκυλοκαβγάδες» νικάει η τηλεθέαση αλλά εξαφανίζεται η πολιτική επιχειρηματολογία. Του άρεσαν τόσο οι καλές πολιτικές συζητήσεις που, όταν τις πετύχαινε στο στούντιο, ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει θέματα επικαιρότητος, υπογραμμίζει ο Οικονόμου.

Ηταν η εποχή που άρχισα να τον συναντώ καθημερινά στο κτίριο του ΣΚΑΪ και της «Καθημερινής» στο Νέο Φάληρο. Εβγαινε να καπνίσει στο προαύλιο, πάντα αχώριστος με τον αρχισυντάκτη του, Στρατή Τριλίκη. Οπως ήταν ψηλός και με μεγάλες πλάτες, κρατούσε με το ένα χέρι την πίπα με το άφιλτρο Σαντέ και με το άλλο σε αγκάλιαζε από τον ώμο. Ποτέ δεν θα τον έβλεπες μουρτζούφλη. Ζοχαδιασμένο, ίσως.

Ακόμα και τις πιο δύσκολες ημέρες κρατούσε το χιούμορ, το χαμόγελο και εκείνες τις βιτριολικές, λυτρωτικές ατάκες που έκλειναν θριαμβευτικά την αυλαία μιας συνομιλίας. Ιδιαιτέρως αν ήταν πείραγμα για καμιά ήττα του Ολυμπιακού. Αυτή η αγάπη για τον Θρύλο ήταν κάτι που ανέφεραν όλοι όσοι μίλησαν στην πολιτική του κηδεία την Τετάρτη. Το είπε και ο φίλος και συμμαθητής του Ηλίας Αλουπογιάννης με τον οποίον μοιράστηκαν το ίδιο θρανίο από το 1972 ώς το 1975 στο κλασικό τμήμα του Λύκειου Τυχόπουλου στο κέντρο της Αθήνας. «Τον αποκαλούσαμε “θάμνο” για τα σγουρά ατίθασα μαλλιά του, που τότε ήταν σήμα κατατεθέν του. Μόνον για την ομάδα δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του». Θυμήθηκε το πατρικό του Λυριτζή στο στενό δρομάκι της Φιλιππίδου στην Αχαρνών το 1973, με τους τοίχους γεμάτους από αφίσες του Ολυμπιακού και κάτω από το εφηβικό κρεβάτι τον παράνομο ραδιοφωνικό πομπό που είχε φτιάξει μόνος του.

Ηταν η περίοδος που όλη η παρέα πήγαινε σινεμά τα σαββατόβραδα στην πλατεία Αμερικής και ύστερα στο Ελ Καποράλ στην Τενέδου για πίτσα. Τις Kυριακές, για γλυκό στο Οριεντάλ στη Φωκίωνος Νέγρη. Σέικ με τις συμμαθήτριες στην ντισκοτέκ της Μηθύμνης και στο ABC στην Πατησίων. «Μια προσωπική χάρη. Να με συγχωρέσεις που από όλους τους συμμαθητές σε αποχαιρέτισε ένας Παναθηναϊκός», είπε ο Αλουπογιάννης, που σχημάτισε την εικόνα ολόκληρης της εφηβείας τους.

Αλλοι φίλοι του, όπως ο Κώστας Γαγανάκης, ανακάλεσαν στην κηδεία του την εποχή των σπουδών του στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, τον «Ρήγα Φεραίο», την πολιτική δράση καθοδήγησης στη Σπουδάζουσα της Ανανεωτικής Αριστεράς, τις νυχτερινές αφισοκολλήσεις, τις ατελείωτες συζητήσεις.

Ο Λυριτζής ανήκε πάντα σε έναν πολιτικό χώρο, αλλά δεν είχε εμμονές και εμπάθειες. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη προσφορά του στη δημοσιογραφία, όταν πολλοί άλλοι ταυτίζονταν με κόμματα και το εξαργύρωναν ξεδιάντροπα και ποικιλοτρόπως. Οταν έφυγε από τον ΣΚΑΪ τού προτάθηκε αμέσως θέση στη δημόσια τηλεόραση. Το απέρριψε μέσα σε ένα λεπτό. Ηταν ιδεαλιστής αλλά ταυτόχρονα παρέμενε ρεαλιστής χωρίς κυνισμό και πικρίες, λέει ο Κώστας Γιαννακίδης. «Θα μου λείψουν ιδιαίτερα οι συμβουλές του. Ηταν αυστηρός, αλλά το έκανε με τόση αγάπη και στοργή, που σε έφερνε στα ίσια σου».

Η ασθένεια ήρθε ξαφνικά. Μια λάθος διάγνωση στην αρχή –πως επρόκειτο για εγκεφαλικό– αναιρέθηκε. Και ακολούθησε η σκληρή διαπίστωση ότι υπήρχε όγκος στον εγκέφαλο. «Ηταν ένας καλός άνθρωπος που ζούσε μέσα σε μόνιμη αισιοδοξία και δεν πάταγε ποτέ σε γιατρό. Δεν του άρεσαν τα τσεκάπ. Ούτε θα σκεφτόταν ποτέ να κάνει ασφάλεια ζωής», συμπλήρωσε ο Γιαννακίδης, που ήταν κοντά του μέχρι την τελευταία του στιγμή και είδε τη στωικότητα με την οποία αντιμετώπιζε την κατάσταση.

Η οικογένειά του, η γυναίκα του Ελένη Αντωνιάδη, τα παιδιά του, η κόρη του Μαριλένα και ο γιος του Δημήτρης, του στάθηκαν με απέραντη υπομονή. Και εκείνος δεν κατέθεσε τα όπλα ούτε έχασε το χιούμορ του. Εφυγε μέσα στην αγάπη τους και στις αγκαλιές των φίλων, στον «Αγιο Σάββα», σε ηλικία 62 ετών. «Πάει να κάνει εκπομπές αλλού», είπε ο Στρατής Τριλίκης. Δίκιο έχει…

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ