Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η μετενσάρκωση, η μετεμψύχωση και ο πολιτικός μας βίος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Επιφάνεια», πίνακας του Νίκου Κόνιαρη από την έκθεση «Το ατελιέ», στην οποία έργα παρουσιάζει και η Εμιλία Ξανθοπούλου. Πινακοθήκη Γιώργου Ν. Βογιατζόγλου. Εγκαίνια: Δευτέρα 15 Απριλίου, 8 μ.μ. Ελ. Βενιζέλου 63, Ν. Ιωνία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Στον χώρο των πνευματικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών αναζητήσεων ο όρος «επαναγέννηση» ή «παλιγγενεσία» στεγάζει δύο θεωρίες με βίο χιλιετιών: της μετενσάρκωσης ή μετενσωμάτωσης και της μετεμψύχωσης. Οι διαφορές τους είναι αρκετά σοβαρές, σπάνια πάντως διασώζονται στον κοινό, καθημερινό λόγο εκεί οι δύο έννοιες χρησιμοποιούνται αδιακρίτως, σαν ταυτόσημες. Στα μέρη μας άλλωστε δεν συναντάμε βουδιστές και βραχμανιστές, ή γυμνοσοφιστές, σαν κι αυτούς που εντυπωσίασαν κάποτε τον Μεγαλέξανδρο, στον δρόμο του προς την Ανατολή.

Ούτε όμως και «οι δικοί μας» άφησαν σοβαρούς κληρονόμους και κήρυκες των περί μετενσαρκώσεως ιδεών τους, οι πυθαγόρειοι και οι ορφικοί, οι γνωστικοί και οι νεοπλατωνικοί (που ενστερνίστηκαν και καλλιέργησαν όσα περί «προβεβιωμένων βίων» λέει ο Πλάτων στον «Φαίδωνα», ότι δηλαδή το να μαθαίνεις σημαίνει να θυμάσαι, ξαναφέρνοντας στη μνήμη σου όσα έζησες σε προηγούμενη ύπαρξή σου). Για τη διαιώνια λαϊκή αντίληψη άλλωστε, σ’ αυτή τη γωνιά της Μεσογείου, και ανεξάρτητα από τα θρησκευτικά δόγματα που κυριαρχούν κατά περιόδους, η ζωή είναι δώρο εφάπαξ. Το δέλεαρ της δεύτερης και τρίτης ευκαιρίας ή της αθανασίας δεν την έχει επηρεάσει, όπως το φανερώνει ο επιτάφιος λόγος, όπως συγκροτήθηκε από τα ανώνυμα αρχαία επιτύμβια επιγράμματα έως τα σύγχρονα λαϊκά μοιρολόγια και τραγούδια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου, για τα οποία το επέκεινα είναι ένα μαύρο κενό ζωής.

Για τους πιστούς της μετενσάρκωσης, λοιπόν, και γενικά για όσους ασπάζονται το δόγμα του κάρμα, η ανθρώπινη ψυχή, όταν πεθαίνει το σώμα που τη φιλοξενεί, ενσαρκώνεται ξανά, στο σώμα κάποιου άλλου ανθρώπου. Κι αυτό συνεχίζεται ώσπου να φτάσει στην τελειότητα και στη λύτρωση, σχεδόν επ’ άπειρον δηλαδή, μια και ουδείς μπορεί να διαφύγει από τον «τροχό της ζωής». Οι της μετεμψύχωσης κηρύσσουν επίσης τις αλλεπάλληλες μεταβάσεις της ψυχής από σώματος εις σώμα, δεν είναι όμως ανθρωποκεντρικοί. Αποδέχονται ότι μια ψυχή μπορεί να ενσαρκωθεί (προς κάθαρση ή τιμωρία) και σε σώμα ζώου ή φυτού, δηλαδή σε μορφές ζωής που μάθαμε να τις θεωρούμε κατώτερες, γι’ αυτό και τις αφανίζουμε από ανοησία ή απληστία, απειλώντας με αφανισμό τον ίδιο τον πλανήτη μας.

Εχει σίγουρα ενδιαφέρον το γεγονός ότι στις αντιλήψεις περί μετεμψύχωσης συναντώνται κάποιες από τις εκλεπτυσμένες θρησκείες της Ινδίας, οι αποκαλούμενες πρωτόγονες θρησκείες διαφόρων ηπείρων (κατά τις οποίες η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα από το στόμα ή και τη μύτη και ξαναγεννιέται σαν πουλί, έντομο κ.λπ.) και ορισμένες αρχαιοελληνικές «διδασκαλίες», όπως του Εμπεδοκλή του Ακραγαντίνου, φιλοσόφου του 5ου αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με όσα ιστορεί ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Εμπεδοκλής πίστευε ότι η ψυχή μπορεί να προσλάβει τη μορφή οποιουδήποτε ζώου ή φυτού: «και την ψυχήν παντοία είδη ζώων και φυτών ενδύεσθαι». Ο ίδιος ο προσωκρατικός φιλόσοφος έλεγε σε δύο από τους λίγους στίχους του που σώζονται: «Ηδη γαρ ποτ’ εγώ γενόμην κούρός τε κόρη τε / θάμνος τ’ οιωνός και έξαλος έμπορος ιχθύς». Στη μετάφραση του Γιάννη Τζαβάρα, από το βιβλίο του «Η ποίηση του Εμπεδοκλή» («Δωδώνη», 1988): «Ηδη εγώ κάποτε υπήρξα αγόρι και κορίτσι / και θάμνος και πουλί και αναδυόμενο πλανώμενο ψάρι». «Ο Εμπεδοκλής επανέρχεται στο αναντίρρητο γεγονός της ανθρώπινης περιπλάνησης, εμπλουτίζοντάς το με το νόημα της διαιώνιας μεταμόρφωσης», σημειώνει ο μεταφραστής. Πρωταθλητής πάντως των μετεμψυχώσεων ή των μεταμορφώσεων ήταν ο Δίας, σαν αρχιθεός, αλλά για ηδονοερωτικούς λόγους αυτός.

Για να πω την αλήθεια, όλα τούτα τα παλιγγενεσιακά δεν τα έψαξα ενόψει του ετήσιου τελετουργικού της Ανάστασης, το οποίο, στη δημόσια εκδοχή του, τείνει να συρρικνωθεί αφενός στην ειδωλολατρική υποδοχή στο αεροδρόμιο του Αγίου Φωτός, που πρώτοι οι Αγιοταφίτες ξέρουν ότι δεν οφείλεται σε κανένα θαύμα, αλλά διστάζουν να αποδεχτούν μιαν αλήθεια που θα απελευθερώσει και τους ίδιους από τον βραχνά του παγανισμού, αφετέρου στην ακυρωτική του χριστιανισμού επικάλυψη του «Χριστός Ανέστη» από τον εθνικό ύμνο που τραγουδούν (ουρλιάζουν μάλλον) τα στρατιωτικά αγήματα, στον ναό του Αγίου Διονυσίου. Αλλες εικόνες και σκέψεις με παρακίνησαν να μπλέξω μ’ ένα κουβάρι αξεδιάλυτο: η εντύπωση ότι ο εν Ελλάδι πολιτικός βίος κινείται δεκαετίες τώρα μεταξύ μετενσαρκώσεως και μετεμψυχώσεως. Σαν μαγκωμένος σ’ έναν μοιραίο τροχό από τον οποίο αδυνατεί να διαφύγει. Εναν τροχό με πεντέξι το πολύ ακτίνες, καθεμία από τις οποίες έχει πάνω της χαραγμένο ένα τρανό επώνυμο, ένα όνομα τζακιού.

Δεν μιλάω για τον νεποτισμό. Αυτός μοιάζει αναπόφευκτος και ανίκητος. Μιλάω για την απογοητευτική αίσθηση ότι ζούμε σε μια στενάχωρη, ελιτίστικη κληρονομική δημοκρατία. Και είναι απλώς τραγελαφικό ν’ ακούμε να τον καταγγέλλουν και να τον ενοχοποιούν για την εν γένει κρίση πολιτικοί που είναι ηλίου φαεινότερον ότι μπήκαν στην πολιτική σκηνή για να μη δυσκολευτούν στην πραγματική ζωή. Πολιτικοί που έγιναν πολιτικοί πριν δοκιμαστούν σε οτιδήποτε άλλο (στα σοβαρά όμως, όχι σε θέσεις ασφαλείας, προνομιούχες), οι οποίοι απόλαυσαν μια άκοπη, ταχύτατη ανέλιξη μόνο και μόνο επειδή η κληρονομιά και η προίκα τούς άνοιγε όλες τις πόρτες που έμεναν κλειστές για άλλους με σαφώς περισσότερα προσόντα. Και πρώτα πρώτα τις πόρτες των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που ξέρουν πολύ καλά σε ποιους να χαρίσουν ένα καλό τμήμα του χρόνου τους (τα κανάλια και οι ραδιοσταθμοί) και του χώρου τους (οι εφημερίδες και τα περιοδικά) και ποιους να αποκλείσουν.

Υπάρχουν οπωσδήποτε γόνοι πολιτικών που δεν είναι απλώς φορείς ονόματος. Υπάρχουν επίγονοι με ολοφάνερη την αυταξία τους, αποδεδειγμένη στον εργασιακό τους χώρο και στη δημόσια παρουσία τους, οι οποίοι έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικήσουν την ψήφο μας για να δοκιμαστούν και στον πολιτικό στίβο. Δεν είναι αυτοί το πρόβλημα, φυσικά. Το πρόβλημα έχει να κάνει με όσους παρκάρουν στη Βουλή η στην Ευρωβουλή, σε δημαρχεία ή περιφερειαρχεία, επειδή τους πήγε έως εκεί το άνετο συγγενικό όχημα, του οποίου δεν ξέρουν ν’ αλλάξουν ούτε το λάστιχο, αν σκάσει. Η κατονομασία τους περιττεύει, αφού η μετριότητά τους λάμπει σε κάθε δημόσια (δηλαδή τηλεοπτική) εμφάνισή τους.

Αν ήταν να σημειωθούν ονόματα για να φανεί ότι πληρώνουμε το κάρμα μας, δεμένοι στον τροχό των μετενσαρκώσεων και των μετεμψυχώσεων, θα αρκούσε υποθέτω να κατονομαστούν οι «δύο καταλληλότεροι (μετά τον σαρωτικό Κανέναν εννοείται) για την πρωθυπουργία». Ο Αλέξης Τσίπρας, που, απογοητεύοντας τους πιο δικούς του, ακούγεται και φαίνεται όλο και περισσότερο σαν Ανδρέας Παπανδρέου σε όλα. Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που, απογοητεύοντας τους πιο δικούς του αλλά και τους κρίσιμους ουδέτερους, ακούγεται και φαίνεται όλο και περισσότερο σαν πολύ πολύ μακρινός πολιτικός συγγενής του πατέρα του επίσης σε όλα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ