ΘΕΑΤΡΟ

Λογοτεχνικά κείμενα ανθούν επί σκηνής

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Στον «Παίκτη» που σκηνοθέτησε η Σοφία Καραγιάννη, χάρη στις ερμηνείες των ηθοποιών η σκηνική αφήγηση έχει καλό ρυθμό, ενώ διατηρούνται οι βασικές σχέσεις του σπουδαίου μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η μεταφορά λογοτεχνικών κειμένων στη σκηνή δεν είναι μία ακόμη «τάση» αλλά σταθερή κατάσταση που μέσα στα χρόνια έχει πολλαπλώς ωφελήσει καλλιτέχνες του θεάτρου και κοινό. Για τους πρώτους γιατί η διαδικασία σύμπτυξης πολυσέλιδων λογοτεχνικών έργων σε λίγες δεκάδες σελίδων απαιτεί προσεκτική μελέτη, και εμβάθυνση στα τιμαλφή σπουδαίων συγγραφέων. Κινούμενοι πέρα από τους κανόνες των «κανονικών» θεατρικών έργων, σκηνοθέτης και ηθοποιοί στη συνέχεια πρέπει να βρουν ερμηνευτικούς τρόπους και λύσεις ώστε η σκηνική αφήγηση να είναι γοητευτική.

Για τους θεατές, πάλι, οι διασκευές λογοτεχνικών κειμένων είναι μία διαρκής υπενθύμιση για βιβλία που κρύβουν όλη την ομορφιά και τη σοφία του κόσμου, που δεν έχουμε πια αρκετό χρόνο να διαβάσουμε ούτε και την αναγκαία συγκέντρωση. Μοιάζει ενδεχόμενο «επιστημονικής φαντασίας», αλλά ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι σ’ έναν μελλοντικό χρόνο η βιβλιοθήκη των πολύτιμων λογοτεχνικών κειμένων και η αξιοποίησή της δεν θα είναι υπόθεση μιας ευάριθμης ελίτ; Ισως τότε οι καλλιτέχνες της σκηνής να πρέπει να λειτουργήσουν σα νέου τύπου ραψωδοί, που θα ερμηνεύουν για χάρη του κοινού ξεχασμένους λογοτεχνικούς θησαυρούς. Στο θέατρο εξασφαλίζεται η αναγκαία συνθήκη (σκοτάδι, ησυχία, συγκεκριμένη διάρκεια) που διευκολύνει τη συγκέντρωση, και μία διαφορετικού τύπου ανάγνωση, υψηλής γνωστικής και ψυχοθεραπευτικής αξίας, που αντιστέκεται στη χωρίς όρους υποταγή στη «λογική του χρήσιμου».

Μαθαίνω, ωστόσο, από καθηγητές σε δραματικές σχολές ότι το επίπεδο των σπουδαστών, δηλαδή των ηθοποιών της επόμενης γενιάς, ως προς τις λογοτεχνικές τους γνώσεις είναι πολύ χαμηλό. Το ανησυχητικό φαινόμενο πρέπει να αντιμετωπιστεί δραστικά. Σχολές και δάσκαλοι οφείλουν να πείσουν τους μελλοντικούς ηθοποιούς ότι η πνευματικότητα είναι ουσιώδες ίδιον της δουλειάς τους και ότι αυτή κατακτιέται με πολύ διάβασμα και χρόνο αφιερωμένο στην αναζήτηση της αλήθειας για τους ανθρώπους και τον κόσμο – αυτήν υπηρετούν συγγραφείς και καλλιτέχνες της σκηνής, αυτήν αναζητούν αναγνώστες και θεατές.

Για την ώρα, πάντως, οι καλές παραστάσεις που βασίζονται σε λογοτεχνικά κείμενα είναι αρκετές – η κουλτούρα του «παλαιού κόσμου» είναι ακόμα ζωντανή, οι γέφυρες κρατάνε καλά. Στην πλειονότητά τους αφορούν παραγωγές μικρού κόστους που ποντάρουν στις ερμηνείες των ηθοποιών. Η «Σκακιστική Νουβέλα», για παράδειγμα, που ερμηνεύει στο θέατρο Αλμα ο Γιάννης Νταλιάνης. Η τελευταία ιστορία που έγραψε ο Τσβάιχ προτού αυτοκτονήσει το 1942 εξόριστος στη Βραζιλία είναι υπόδειγμα συγγραφικής χάρης και ψυχογραφικού βάθους. Ο αφηγητής σαν φακός εστιάζει πότε στο ένα πρόσωπο πότε στο άλλο, στις σχέσεις, στις συγκρούσεις, στις εντάσεις μεταξύ τους γύρω από μία σκακιέρα, στην παρένθεση χρόνου και χώρου που είναι ένα 12ήμερο ταξίδι με πλοίο στον ωκεανό. Οι δύο βασικοί αντίπαλοι «εκπροσωπούν» δύο τύπους πνευματικότητας, δύο στάσεις  ζωής. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι Μίρκο Τσέντοβιτς, αν και περιορισμένων διανοητικών ικανοτήτων και χαμηλής συναισθηματικής νοημοσύνης, έχει ιδιαίτερα αναπτυγμένη την ευφυΐα που απαιτεί το συγκεκριμένο παιχνίδι. Εναντι αμοιβής θα καταδεχθεί να παίξει με τον δρα Μπ., το αντίθετό του. Εξυπνος, μορφωμένος, ευαίσθητος, ο δρ Μπ. συνελήφθη από τους ναζί ως νομικός σύμβουλος μεγάλων μοναστηριών που μπορούσε να αποκαλύψει πολύτιμα μυστικά. Εγινε εξπέρ στο σκάκι όταν, για μήνες στην απομόνωση, βρήκε ένα βιβλίο, μία μέθοδο με 150 παρτίδες παλιών πρωταθλητών. Αφού τις έμαθε απέξω, στη συνέχεια άρχισε να παίζει νοερά με τον εαυτό του, διχοτομώντας τον σε δύο αντίπαλα «πρόσωπα». Ωσπου το νευρικό του σύστημα κατέρρευσε.

Εχοντας αναρρώσει, ταξιδεύοντας από Νέα Υόρκη για Μπουένος Αϊρες, ο Μπ. δέχθηκε την πρό(σ)κληση να παίξει για πρώτη φορά με πραγματικό αντίπαλο, και μάλιστα παγκόσμιο πρωταθλητή. Το πρώτο παιχνίδι, ένας θρίαμβος: ισοπαλία. Στη ρεβάνς, ωστόσο, η νευρική έξαψη κι ο φόβος υποτροπής ανάγκασαν τον δρα Μπ. να αποχωρήσει.

Ο Γιάννης Νταλιάνης (σκηνοθετημένος από τη Μαριλίτα Λαμπροπούλου) στον ρόλο του αφηγητή αποδίδει με χάρη (με ανεπαίσθητες κινήσεις και αλλαγές στην έκφραση) τα διαλογικά μέρη. Ερμηνεύοντας τον μονόλογο του δρος Μπ. μας παρασύρει στην ψυχολογική βία του εγκλεισμού και την αρχικά σωτήρια (στην απομόνωση) ενασχόληση του ήρωα με το σκάκι, που στο τέλος θα τον βυθίσει σε μια εμμονική δίνη. Oι ψυχογραφικές σελίδες αναγκαστικά έμειναν έξω από το σκηνικό κείμενο αλλά και στις αδρές χαράξεις της διασκευής, χάρη στο αφηγηματικό ταλέντο του Γ. Νταλιάνη, οι αρετές του πρωτοτύπου διασώζονται σε βαθμό που να θέλεις να βυθιστείς κατευθείαν στις σελίδες του βιβλίου. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον «Παίκτη» στο Θέατρο 104.  Στη συμπύκνωση της διασκευής διατηρούνται οι βασικές σχέσεις και τα επεισόδια του σπουδαίου, εν πολλοίς αυτοβιογραφικού, μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι και χάρη στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών (Βασιλική Διαλυνά, Κορίνα Θεοδωρίδου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Αλέξανδρος Τούντας) η σκηνική αφήγηση έχει καλό, σφιχτό ρυθμό. Ειδικά ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης στον κεντρικό ρόλο του Αλεξέι Ιβάνοβιτς αποδίδει όλη την ψυχολογική γκάμα του ανθρώπου που «μυείται» στον κόσμο της ρουλέτας και ταχύτατα και βαθύτατα εθίζεται στην έξαψη του τζόγου. Πολύ καλή είναι και η Βασιλική Διαλυνά, ιδίως στον ρόλο (με ενισχυμένες τις κωμικές αποχρώσεις) της πλούσιας γιαγιάς που φτάνει από τη Μόσχα στη Ρουλέτενμπουργκ και ξελογιάζεται τόσο από τη συνθήκη της «αβέβαιης ανταμοιβής» της ρουλέτας, ώστε σε λίγες μέρες να χάσει μεγάλο μέρος της περιουσίας της. Ο Αλέξανδρος Τούντας καίρια και διακριτικά με μικρές αλλαγές στο κουστούμι κατορθώνει να αποδώσει δύο βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας, τον Γάλλο Ντε Γκριέ και τον Αγγλο Αστλεϊ.  Αλλά τι τις ήθελε η σκηνοθέτις Σοφία Καραγιάννη τις μάσκες οικόσιτων ζώων που φορούν κατά διαστήματα οι ηθοποιοί; Καμία αισωπικού τύπου σύνδεση ζώων με χαρακτήρες της ιστορίας δεν δικαιολογείται. Αργόσχολοι αριστοκράτες που κατασπαταλούν την περιουσία τους με μαιτρέσες σε κάθε λογής πολυτέλειες και απολαύσεις δεν υπάρχουν στο ζωικό βασίλειο – και ο εθισμός στον τζόγο είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ