ΜΟΥΣΙΚΗ

Κρίστοφερ Παρκ, ένας πιανίστας με σπάνια μουσική αντίληψη

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Μακριά από την εκζήτηση και τον αισθητισμό, όλα είχαν λόγο ύπαρξης στις υποδειγματικές ερμηνείες του Κρίστοφερ Παρκ. Χ. ΑΚΡΙΒΙΑΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οσο ευχάριστα αναμενόταν κύλησε η συναυλία της Ορχήστρας του Συλλόγου Συναυλιών Βιέννης στις 16 Μαρτίου στην πρώην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη. Το επίπεδο διασφάλισε το καλοκουρδισμένο σύνολο που γνωρίζει άριστα τους βιεννέζους κλασικούς, καθώς αυτοί αποτελούν τον κορμό του ρεπερτορίου του, αλλά και ο αρχιμουσικός, ο οποίος αξιοποίησε τις αρετές της ορχήστρας προς όφελος των ερμηνειών. Υπήρξε όμως και μια έκπληξη, από την οποία οφείλει να ξεκινήσει το παρόν σημείωμα: ο 31χρονος Γερμανοκορεάτης πιανίστας Κρίστοφερ Παρκ, ο οποίος ερμήνευσε υποδειγματικά το δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Σοπέν, τη «Φανφάρα» για πιάνο, κουαρτέτο και ορχήστρα εγχόρδων «Ο νεαρός Απόλλων» του Μπρίτεν και εκτός προγράμματος το «Νυκτερινό» αρ. 20 (σε ντο δίεση ελάσσονα) του Σοπέν.

Οπως φάνηκε από τον τρόπο με τον οποίο απέδωσε τα τρία αυτά έργα, δεν πρόκειται απλά για ακόμα έναν τεχνικά άριστα καταρτισμένο πιανίστα, αλλά για έναν ευφυή και ευαίσθητο μουσικό, ο οποίος αντιλαμβάνεται το μουσικό κείμενο πέρα από τις νότες. Ο Σοπέν του δεν ήταν απλώς μια επίδειξη αισθητισμού: για την ακρίβεια, δεν ήταν καθόλου αυτό. Ο Παρκ αισθανόταν και ερμήνευε τη μουσική. Οχι μόνο το ούτως ή άλλως ονειρικό δεύτερο μέρος, αλλά εξίσου το ζωηρό πρώτο και το τρίτο. Ειδικά στο τελευταίο μέρος, το παίξιμό του συνδύασε χάρη, κομψότητα και δύναμη, πάνω απ’ όλα όμως πλαστικότητα, η οποία διαμόρφωνε τις φράσεις με νόημα. Το «Νυκτερινό» αρ. 20, ένα από τα δημοφιλέστερα του Σοπέν, δίδεται συχνά «εκτός προγράμματος». Ομως, σπάνια έχει ηχήσει στη συγκεκριμένη αίθουσα με τόσες αποχρώσεις και τέτοια διαφοροποίηση ανάμεσα στις επιμέρους ενότητες, όχι χάριν εκζήτησης αλλά με φανερή διάθεση να φωτιστεί η δραματουργία της ποιητικής αυτής μινιατούρας. Στη συνέχεια, μετά το διάλειμμα, ακολούθησε το σπάνια παιζόμενο έργο του Μπρίτεν: η δυναμική ερμηνεία του Παρκ εξέπεμψε τον ενθουσιασμό, το πάθος και το φως που εκφράζει η συγκεκριμένη σύντομη σελίδα, εμπνευσμένη από έναν νεανικό έρωτα του συνθέτη.

Η βραδιά ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε με δύο ιδιαίτερα δημοφιλείς συνθέσεις, τη Συμφωνία αρ. 39 του Χάιντν με την προσωνυμία «Τρικυμία» και τη Συμφωνία αρ. 40 του Μότσαρτ. Χάρη σε μια ορχήστρα με ιδιαίτερη εμπειρία στο συγκεκριμένο ρεπερτόριο, ο Μίλτος Λογιάδης είχε στη διάθεσή του έναν ήχο εξαιρετικής ποιότητας, φωτεινό, αισθητικά «ωραίο», συντονισμένο ακόμα και σε ταχύτατα «περάσματα». Οι αρετές αυτές αποτελούν ταυτόχρονα και παγίδα, καθώς το τόσο «στρογγύλεμα» του ήχου και της διαμόρφωσης των φράσεων αμβλύνει τις αιχμές και τις γωνίες, ειδικά σε έργα χαρακτηριστικά του κινήματος «θύελλα και ορμή», όπως η συγκεκριμένη Συμφωνία του Χάιντν. Ο Λογιάδης φρόντισε να υπογραμμίσει τόσο τη «θύελλα» όσο και την «ορμή», επιτυγχάνοντας ένα αποτέλεσμα με ενδιαφέροντα, έντονα χρώματα. Στον Μότσαρτ η έμφαση δόθηκε περισσότερο στην ομορφιά της μουσικής και λιγότερο στην ανάδειξη των αντιθέσεων ή των κάθε είδους εναλλαγών: μια ομορφιά, που είναι αλήθεια ότι κάποιες στιγμές κόβει την ανάσα. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ