ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε υψηλό δεκαετίας η ανεργία στην Τουρκία

Στην περίπτωση του Brexit, η Τουρκία θα χάσει για πολλά χρόνια την πρόσβαση στη δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική της αγορά και μαζί εξαγωγές ύψους 2,4 δισ. δολαρίων τον χρόνο, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ανεργία στην Τουρκία ανήλθε τον Ιανουάριο στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα ετών και αυξάνεται με ραγδαίο ρυθμό καθώς γίνονται αισθητές οι συνέπειες της νομισματικής κρίσης και της ύφεσης της οικονομίας.

Το ποσοστό της ανεργίας αυξήθηκε τον Ιανουάριο στο 14,7% από 13,5% τον Δεκέμβριο, με 366.000 Τούρκους να προστίθενται στις στρατιές των ανέργων, που πλέον υπολογίζονται στα 4,7 εκατ. ανθρώπους. Η εξέλιξη είναι ιδιαιτέρως ανησυχητική διότι η τουρκική κυβέρνηση είχε ήδη ενισχύσει τα δημοσιονομικά μέτρα για την τόνωση της οικονομίας καθώς όδευε προς τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του Μαρτίου. «Θα συνεχιστεί η άνοδος της ανεργίας, αν και με χαμηλότερο ρυθμό», είπε στο Bloomberg ο Μουαμέρ Κιουμουρτζόγλου, οικονομολόγος της IS Investment με έδρα την Κωνσταντινούπολη. «Η συρρίκνωση της απασχόλησης εξακολουθεί να παρατηρείται σε όλους τους υποκλάδους της αγοράς εργασίας. Διαπιστώνουμε με πολύ σαφή τρόπο την επίπτωση της οικονομικής επιβράδυνσης στην ανεργία», πρόσθεσε. Η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση από τα μέσα του 2018, ενώ το τέταρτο τρίμηνο είχε συρρικνωθεί με ρυθμό 3%. «Ολοι γνωρίζουμε πως η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση και μέχρι να αλλάξει αυτό θα αυξάνεται η ανεργία», εξηγεί στο Reuters ο Τάτα Γκόζε, οικονομολόγος της Commerzbank. «Θα εξακολουθήσει να αυξάνεται τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο», προσθέτει.

Εν τω μεταξύ, κορυφαίος αναλυτής της S&P δήλωσε χθες πως η δέσμη μεταρρυθμιστικών μέτρων που είχε παρουσιάσει την περασμένη εβδομάδα ο Τούρκος υπουργός Οικονομικών δεν είναι επαρκή ώστε να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των τουρκικών νοικοκυριών και των επενδυτών προς την τουρκική λίρα. «Το μεγάλο ερώτημα για ξένους επενδυτές και για τα τουρκικά νοικοκυριά είναι κατά πόσον παραμένει η λίρα νόμισμα κατάλληλο για επένδυση», είπε ο Φρανκ Τζιλ, επικεφαλής αναλυτής της S&P για κράτη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. «Κατά την άποψή μας, το μεταρρυθμιστικό πακέτο δεν απάντησε σε αυτό το ερώτημα». Την περασμένη Πέμπτη ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ είχε δηλώσει πως το κράτος θα ενισχύσει τις κρατικές τράπεζες με 5 δισ. δολάρια σε κρατικά ομόλογα ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο των κεφαλαίων τους και η ρευστότητα στην αγορά.

Ακόμη χειρότερα θα είναι τα νέα για την τουρκική οικονομία σε περίπτωση που υπάρξει αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. χωρίς συμφωνία. Σε αυτή την περίπτωση η Τουρκία θα χάσει για πολλά χρόνια την πρόσβαση στη δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική της αγορά και μαζί εξαγωγές ύψους 2,4 δισ. δολαρίων τον χρόνο, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ. Τις μεγαλύτερες ζημίες θα υποστούν οι κλάδοι της αυτοκινητοβιομηχανίας, της κλωστοϋφαντουργίας και των οικιακών συσκευών. Η πορεία των εξαγωγών θεωρείται πως είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη για την ανάκαμψη της τουρκικής οικονομίας, συνεπώς η απώλεια της δεύτερης μεγαλύτερης αγοράς της θα ερχόταν τη χειρότερη στιγμή. Η Τουρκία είναι εδώ και 20 χρόνια μέλος της τελωνειακής ένωσης της Ε.Ε., ωστόσο θα χάσει τη δίχως δασμούς πρόσβαση στη βρετανική αγορά εάν το Λονδίνο αποχωρήσει χωρίς συμφωνία.

Μήνυμα από το ΔΝΤ

Υψιστη προτεραιότητα της Τουρκίας, αν επιθυμεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην οικονομία της, είναι να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της κεντρικής της τράπεζας, δήλωσε ο Πόουλ Τόμσεν του ΔΝΤ. «Η Τουρκία αντιμετωπίζει σειρά από προκλήσεις και μία από αυτές είναι πως η κεντρική τράπεζα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητη ώστε να μπορεί να αξιολογεί και να προσαρμόζει συνεχώς τη νομισματική της πολιτική και να τη σκληραίνει προληπτικά καθώς αλλάζουν οι περιστάσεις», δήλωσε ο Τόμσεν στο CNBC, στη διάρκεια της εαρινής συνόδου του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. «Καλωσορίζουμε την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού τους τελευταίους 6 με 7 μήνες, ωστόσο είναι σημαντικό να επιτραπεί στην τουρκική κεντρική τράπεζα να είναι πλήρως ανεξάρτητη κατά την κατάρτιση της νομισματικής πολιτικής της». Η τράπεζα αναγκάστηκε, υπό την πίεση των αγορών, σχεδόν να διπλασιάσει πέρυσι το επιτόκιο δανεισμού στο 24%, ωστόσο η καθυστέρηση με την οποία το έκανε και διάφορες δηλώσεις του Ερντογάν, που ήταν αντίθετος με την αύξηση των επιτοκίων, προκάλεσαν στους επενδυτές ισχυρές αμφιβολίες σχετικά με την ανεξαρτησία της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ