Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Βαγγέλης Μεϊμαράκης: Αγκυρες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Το πρόβλημα δεν είναι πολιτικό. Είναι μάλλον πρόβλημα λογικής συνοχής. Αν μια συμφωνία είναι «εθνικώς επιζήμια», πώς μπορεί η βράβευσή της να συνιστά εθνική τιμή; Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και το κόμμα του θα χρειαστεί να αναλώσουν προεκλογική ενέργεια και χρόνο προκειμένου να εξηγήσουν αυτό το λογικό έλλειμμα: Να εξηγούν πώς είναι δυνατόν να καταγγέλλουν τις Πρέσπες και, ταυτόχρονα, ο επικεφαλής της εκστρατείας τους για τις ευρωεκλογές να θεωρεί τιμητικό ένα Νομπέλ Πρεσπών.

Θα μπορούσε να προσπεράσει κανείς το θέμα ως αμελητέο. Θα μπορούσε, αν δεν ήταν εύκολο να διαγνώσει την αξίωση του πρώην προέδρου της Ν.Δ. να εκφράζεται αυτόνομα – για να μην πει κάποιος, ερήμην του κεντρικού μηνύματος του κόμματος. Οταν η αντίπαλη φιλολογία επιχειρεί να στιγματίσει τη Ν.Δ. ως Ακροδεξιά, πώς πρέπει να εκληφθεί ο αφορισμός του Μεϊμαράκη ότι «η Ακροδεξιά δεν μπορεί να είναι μέσα στη Ν.Δ.»; Ή, όταν ο Μητσοτάκης αποφεύγει να πάρει πρόωρα θέση για την προεδρική εκλογή του 2020, πώς αντηχεί η επιμονή του προκατόχου του να προκαταλαμβάνει την επιλογή του κόμματος;

Η Κυριακή, πάντως, ήταν μια καλή ημέρα για τον Μεϊμαράκη. Οχι γιατί στη σκηνή της παρουσίασης των υποψηφίων ευρωβουλευτών χειροκροτήθηκε ως αειθαλής ενσάρκωση του κομματικού πατριωτισμού. Αλλά, κυρίως, επειδή ο Μητσοτάκης αναγνώρισε πανηγυρικά την πιο σημαντική από τις επιλογές της σύντομης θητείας του Μεϊμαράκη.

Αναγνώρισε ότι η στάση της Ν.Δ. το καλοκαίρι του 2015 δεν ήταν, όπως λέγεται εκ των υστέρων με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, τάχα ένα δώρο στον Τσίπρα. Ηταν ιστορική ανάγκη, προκειμένου η χώρα να μην κόψει την άγκυρά της στην Ευρώπη.

Η αποστροφή αυτή προσμετράται από ορισμένους προεδρικούς ως μία ακόμη απόδειξη για τις προθέσεις του Μητσοτάκη, ο οποίος δεν έχει αφήσει να εμφιλοχωρήσουν στον λόγο του στοιχεία αμφισβήτησης των προκατόχων του. Γι’ αυτό, λένε, είναι και ο μόνος αρχηγός της Ν.Δ. που εξακολουθεί να συγκατοικεί στο κόμμα με τους ανθυποψηφίους του για την ηγεσία και τους ενεργούς πρώην προέδρους.

Η απόσταση που έχει διανυθεί από τον Ιανουάριο του 2016 είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι φαίνεται. Κάποτε είχε βάση η χαρτογράφηση της Ν.Δ. με γνώμονα τη στάση των στελεχών της έναντι του ΣΥΡΙΖΑ – αντιπολίτευση τσιπροφιλική και αντιπολίτευση τσιπροφαγική, ανεξάρτητα από το στίγμα του προέδρου. Τώρα ο πρόεδρος αποφεύγει ακόμη και τη λέξη «ΣΥΡΙΖΑ» – δεν την πρόφερε ούτε μία φορά στην τελευταία ομιλία του.

Οι διαθέσεις των συνιστωσών του κόμματος δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Αυτό που όντως έχει αλλάξει είχε την ευκαιρία να το παρατηρήσει κάποιος την Κυριακή: Ταυτόχρονα με τα ρεύματα της κομματικής προϊστορίας, διεκδικεί την ύπαρξή της και μια νέα Ν.Δ. – νέων προσώπων που δεν έχουν να επιδείξουν μόνο τη νεότητά τους. Υπάρχει κι ένα κόμμα που περιμένει να γεννηθεί στην κάλπη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ