Η γνωριμία δύο ανθρώπων μέσω ίντερνετ δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά πλέον αποτελεί τον κανόνα και παγιώνεται και στη χώρα μας, με τη δημοφιλή εφαρμογή Tinder να εξελίσσεται στον πυρήνα του φλερτ στις νεαρές ηλικίες.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα των Πανεπιστημίων του Στάνφορντ και του Νέου Μεξικού, το να γνωριστούν δύο άνθρωποι μέσω του διαδικτύου είναι πλέον ο συχνότερος τρόπος (39%), πολύ πιθανότερος από το να γνωριστούν σε κάποιο μπαρ (27%), μέσω κοινών γνωστών (20%) ή στη δουλειά (11%). Είναι αυτό που σχολιάστηκε στο περιοδικό Economist πριν από κάποια τεύχη, ότι δηλαδή το ίντερνετ έχει αλλάξει τον τρόπο που επικοινωνούμε, που διασκεδάζουμε, που εργαζόμαστε, αλλά ότι «η πιο βαθιά επιρροή του ίσως έχει να κάνει με τη μεγαλύτερη απόφαση που οι περισσότεροι άνθρωποι καλούνται να πάρουν: να διαλέξουν τον σύντροφό τους».

Εκτός από τις πάσης φύσεως σχέσεις που δημιουργούνται εκ των πραγμάτων στα κοινωνικά δίκτυα, υπάρχουν χιλιάδες (κυριολεκτικά) διαφορετικές εφαρμογές με αποκλειστικό λόγο ύπαρξης τον εντοπισμό ενός κατάλληλου συντρόφου και υπολογίζεται ότι οι χρήστες των λεγόμενων dating apps ανέρχονται αυτή τη στιγμή σε 200 εκατ. παγκοσμίως. «Η κατακόρυφη αύξηση των σχετικών εφαρμογών δείχνει ότι, πέρα από την ήδη υπάρχουσα ανάγκη για συντροφικότητα, δημιουργούνται νέες ανάγκες και τάσεις στους χρήστες», λέει στο «Κ» η ψυχολόγος και υπεύθυνη της σελίδας psychopedia.gr, Σταυρούλα Γεωργακοπούλου. «Κάθε εφαρμογή έχει σχεδιαστεί κατάλληλα για να καλύπτει διάφορες ανάγκες και επιθυμίες των χρηστών. Αυτό που προωθείται κυρίως είναι η δημιουργία της “τέλειας” εικόνας, της “τέλειας” ζωής και η επιλογή του “τέλειου” συντρόφου, ο οποίος θα είναι στα μέτρα του κάθε ατόμου».

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας βρίσκεται το περίφημο Tinder, που στα έξι χρόνια της λειτουργίας του κατάφερε να φέρει την επανάσταση στο διαδικτυακό φλερτ, μεταφέροντας άλλη μία πτυχή της ζωής μας στις οθόνες των smartphones. Ο χρήστης βλέπει προφίλ άλλων ατόμων που βάσει των στοιχείων τους (τόπος κατοικίας, ενδιαφέροντα, φωτογραφίες, κοινοί φίλοι στο Facebook κ.ά.) είναι πιθανό να τον ελκύουν, και τότε τα κάνει «swipe right», δηλαδή τα επιλέγει με μια κίνηση του δαχτύλου του προς τα δεξιά επάνω στην οθόνη του κινητού του. Αν το άτομο του επιλεγμένου προφίλ έχει κάνει την αντίστοιχη κίνηση, τότε επιτυγχάνεται το λεγόμενο «match» και αυτόματα οι δύο χρήστες αποκτούν το δικαίωμα να ανταλλάξουν μηνύματα.

Οι χρήστες του Tinder (όπως και όλων των σχετικών εφαρμογών) πολλαπλασιάζονται μέρα με τη μέρα, με αρκετό κόσμο να επιλέγει μια premium έκδοση πληρώνοντας ένα μηνιαίο ποσό που του δίνει περισσότερες δυνατότητες. Στην Ελλάδα η χρήση του θεωρούνταν μέχρι πρότινος ταμπού, αλλά και ένδειξη απελπισίας, ενώ το πλήθος των εγγεγραμμένων χρηστών δεν επαρκούσε ώστε να υπάρχουν ρεαλιστικές πιθανότητες να βρει κανείς έναν άνθρωπο με τον οποίο πραγματικά να ταιριάζει. Αυτό φαίνεται ότι έχει αλλάξει. «Μια κοπέλα που θα γνώριζα σε ένα μπαρ μπορεί να τύχει να τη γνωρίσω και στο Tinder, δεν υπάρχει καμία διαφορά», λέει ο Π., 33 ετών, ο οποίος άρχισε να χρησιμοποιεί την εφαρμογή τους τελευταίους μήνες. Τον ρωτάω γιατί το προτιμά. «Είναι πιο απλό», λέει.

Από την πλευρά της η Ν., 29 ετών, μας λέει ότι είναι λυτρωτικό το ότι αποφεύγει τον σκόπελο της ψυχοφθόρας πιθανότητας της απόρριψης. «Το να μην προτιμά κάποιος το προφίλ μου δεν είναι κάτι που μπορώ να πάρω προσωπικά», λέει. «Τουλάχιστον όχι με τον ίδιο τρόπο». Τη ρωτάω αν έχει γνωρίσει ενδιαφέροντες ανθρώπους στο Tinder. «Όχι ιδιαίτερα», παραδέχεται. «Έχει τύχει να βγω δυο-τρία ραντεβού τον τελευταίο χρόνο και ήταν διασκεδαστική εμπειρία, αλλά τίποτα περισσότερο».

Όπως είναι λογικό, πάντως, δεν οδηγεί κάθε «match» σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση, και μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία του περιοδικού Atlantic, μόνο ένα στα δέκα «match» καταλήγουν σε ανταλλαγή μηνυμάτων, καθώς για πολλούς το ζητούμενο είναι απλώς η τόνωση της αυτοπεποίθησής τους. Και πάλι, όμως, υπολογίζεται ότι κάθε εβδομάδα σε όλο τον κόσμο κανονίζονται μέσω του Tinder 1 εκατ. ραντεβού. «Οι διαδικτυακοί εραστές κάποια στιγμή θα πρέπει να βρεθούν», λέει η κ. Γεωργακοπούλου. «Η φυσική επαφή, η αγκαλιά, το φιλί, η σωματική οικειότητα δεν μπορούν να αντικατασταθούν με κάτι άλλο πέρα από την πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία. Οι φιλοδοξίες που μπορεί να αναπτύσσει ένα άτομο γνωρίζοντας κάποιον στο διαδίκτυο δεν θα εκπληρωθούν ποτέ, αν δεν περάσει η γνωριμία τους στο επόμενο στάδιο, δηλαδή εκτός του διαδικτυακού περιβάλλοντος».  

ΘΕΜΑ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ

Σύμφωνα με έρευνα που έκανε το ίδιο το Tinder, το 80% των χρηστών του επιθυμούν μέσω αυτού να βρουν μια σοβαρή σχέση και όχι μια εύκολη και σύντομη επαφή, όπως ενδεχομένως έχουμε μάθει να πιστεύουμε. «Δεν υπάρχει κανόνας», λέει ο Π. «Δεν μπορείς να ξέρεις τι θέλεις από τον άλλον, αν δεν τον γνωρίσεις». Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του Πανεπιστημίου του Σικάγο, οι γάμοι που προκύπτουν από μια online γνωριμία (περίπου ένας στους τρεις) είναι λιγότερο πιθανό να οδηγηθούν σε διαζύγιο – έτσι τουλάχιστον φαίνεται στατιστικά. Και μπορεί το δείγμα να μην είναι ακόμα καθόλου αξιόπιστο, αλλά αρχίζει να παγιώνεται μια εικόνα: οι γνωριμίες του διαδικτύου δεν χαρακτηρίζονται πλέον από επιπολαιότητα, αλλά αποτελούν έναν «κανονικό» τρόπο για να έρθουν δύο άνθρωποι κοντά.  

Και μέσα από αυτή την κανονικότητα προκύπτουν διάφορα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία. Όπως το ότι ένας άνδρας χρησιμοποιεί στα μηνύματα που συντάσσει στο Tinder κατά μέσο όρο 12 χαρακτήρες, ενώ μια γυναίκα 122. Ή ότι το επάγγελμα με τη μεγαλύτερη επιτυχία είναι αυτό του πιλότου για τους άνδρες και της φυσιοθεραπεύτριας για τις γυναίκες. Και κάτι ακόμα, το πιο εντυπωσιακό ίσως: από όλες τις μέρες του χρόνου η εντονότερη δραστηριότητα στα dating apps παρατηρείται πάντα την πρώτη Κυριακή του έτους, όταν ετοιμαζόμαστε να υλοποιήσουμε τις υποσχέσεις που δώσαμε στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς.

«Είναι η αίσθηση», λέει η Ν. «Νιώθεις ότι, αν υπάρχει ένας άνθρωπος κατάλληλος για σένα, είναι πολύ πιθανότερο να τον γνωρίσεις στο ίντερνετ παρά στο μαγαζί της γωνίας». Η κ. Γεωργακοπούλου προσθέτει ότι, «ενώ δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσεις πολλούς υποψήφιους συντρόφους, από την άλλη, αν δεν υπάρχει το φλερτ στην πραγματική ζωή, το άτομο τείνει να βλέπει τη διαδικτυακή αλληλεπίδραση με εμμονικό τρόπο». Οι χρήστες του Tinder περνούν κατά μέσο όρο στην εφαρμογή 35 λεπτά ημερησίως, λιγότερα από όσα στο Facebook ή στο Instagram (πάνω από 50 λεπτά), αλλά ασφαλώς εντυπωσιακά πολλά. Αναρωτιέμαι αν η διαδικτυακή ζωή έχει περάσει στη συζήτηση ανάμεσα σε έναν θεραπευτή και έναν θεραπευόμενο. «Αρκετά συχνά συζητούνται στη θεραπεία θέματα που αφορούν την απόρριψη που βίωσε κάποιος μέσω διαδικτύου και θέματα που αφορούν το διαδικτυακό ζευγάρι. Ακριβώς επειδή το διαδίκτυο έχει μπει στη ζωή όλων, ακόμη και οι σχέσεις από κοντά επηρεάζονται ανάλογα με το πώς θα αλληλεπιδράσουν μέσα από το διαδίκτυο». Δύο πραγματικότητες σε μία. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ