Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Οι εκλογές, το Νομπέλ και ο Μεϊμαράκης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Aνοιξη, η εποχή που έρχονται τα χελιδόνια...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όταν προσπαθείς να καταλάβεις τι εννοεί ο Τσίπρας, είναι το λεγόμενο ηθικό πλεονέκτημά του. Αυτό είναι που κάνει τα λόγια του να μην έχουν αξία. Αυτό τον απαλλάσσει από την αστική πολυτέλεια των ηθικών ενδοιασμών, αυτό του επιτρέπει να ψεύδεται με εξαιρετική ευκολία, ίσως μάλιστα να είναι αυτό η αιτία για την οποία δεν νιώθει ποτέ το αίσθημα της ντροπής. (Γι’ αυτό και εξακολουθεί απτόητος να «θρέφει καρπούς», όπως είπε ξανά στην προχθεσινή συνέντευξή του στον ΑΝΤ1. Υποθέτω ότι κάποιος θα βρέθηκε να του υποδείξει το λάθος, όταν το έκανε την πρώτη φορά. Οτι το επανέλαβε δείχνει πόση σημασία έδωσε στη διόρθωση...)

Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Τσίπρας δηλώνει ότι οι βουλευτικές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, νομίζω ότι πρέπει να τον πιστέψουμε. Αυτή πρέπει να είναι η πραγματική πρόθεσή του. Οχι επειδή το λέει – αυτό είναι, αντιθέτως, ένας σοβαρός λόγος για να αμφιβάλλεις. Ούτε επειδή το βαφτίζει «στρατηγική επιλογή», αλλά επειδή λογικά δεν έχει άλλη επιλογή. Είναι πια σχετικά μικρό το διάστημα από τις ευρωεκλογές μέχρι τη λήξη της τετραετίας, ώστε να μπορεί ο Τσίπρας να επισπεύσει τις βουλευτικές ύστερα από μια ήττα στις ευρωπαϊκές. Οσο μεγαλύτερη μάλιστα θα είναι η ήττα στις κάλπες του Μαΐου, τόσο σθεναρότερη θα είναι η προσκόλληση στην εξάντληση της τετραετίας. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν ομολογία πανικού και, ως γνωστόν, η μεγάλη σφαγή γίνεται την ώρα του πανικού της υποχώρησης.

Πολλοί δυσκολεύονται να συλλάβουν πώς θα παραμείνει ο Τσίπρας στην εξουσία και ιδίως έπειτα από μια πιθανή συντριπτική ήττα στις ευρωεκλογές. Είναι επειδή δεν μπορούν να καταλάβουν τη γαϊδουρινή αναισθησία του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς. Για τον Τσίπρα προέχει η ήττα του να είναι συντεταγμένη, ώστε να βρίσκεται εδώ και την επόμενη μέρα. Για να ελπίζει ότι θα το πετύχει, πρέπει να διευθετήσει δύσοσμες υποθέσεις, όπως π.χ. η σχέση Παππά - Πετσίτη, και κάτι τέτοιο χρειάζεται χρόνο. Εξάλλου, ελπίζει στα σοβαρά να πάρει το Νομπέλ, η ανακοίνωση του οποίου συμπίπτει περίπου με τη λήξη της τετραετίας. 

Η αναφορά στο Νομπέλ μάς οδηγεί σε ένα ξέφωτο χαράς και αμεριμνησίας, για ένα διάλειμμα που το έχουμε όλοι ανάγκη. Μας οδηγεί, θέλω να πω, στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, τον αγαπημένο «Βαγγέλα» των παιδιών, ο οποίος ξάφνιασε αδαείς και ανύποπτους με τη δήλωσή του ότι «η πρόταση υποψηφιότητας για το Νομπέλ Ειρήνης στον οποιονδήποτε Ελληνα πρωθυπουργό αναμφίβολα είναι τιμητική για τη χώρα». Ξαφνιάστηκαν όσοι δεν γνωρίζουν τον πρώην  πρόεδρο της Ν.Δ., ίσως λόγω ηλικίας, όπως λ.χ. ο Κώστας Κυρανάκης, ο οποίος εμφανώς συγχύστηκε με τη δήλωση Μεϊμαράκη.

Ο Βαγγέλας είναι ένας απλός άνθρωπος, δεν έχει αξιώσεις διανοουμένου. Οι μόνες διανοητικές ασκήσεις στις οποίες επιδίδεται είναι οι συζητήσεις σε καφενεία, διαδρόμους και όπου αλλού υπάρχουν πρόθυμοι για πολιτικολογία, καθώς και το τάβλι. Ο Βαγγέλας είναι αυτό που δείχνει: ένας πονηρός Ανατολίτης, που θέλει πάνω απ’ όλα την ησυχία του και το χουζούρι του. Ως εκ τούτου, είναι συναινετικός, κυρίως επειδή η συναίνεση είναι εύκολη, σε απαλλάσσει από τη βάσανο της κρίσης και βοηθάει ώστε να τα έχεις καλά με τους περισσότερους. Πέραν αυτού, δεν αποκλείω να φιλοδοξεί την αναβάθμισή του από Βαγγέλα σε Ευάγγελο. Γιατί όχι, θέλω να πω, Ευάγγελος Μεϊμαράκης Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Φροντίζει λοιπόν να τα έχει καλά με όλους.

Αυτό είναι και ας μην αναζητούμε συνωμοσιολογικές ερμηνείες της φυσικής ελαφρότητας του προσώπου. Ο Μεϊμαράκης, που βρίσκει «αναμφίβολα τιμητική για τον οποιονδήποτε πρωθυπουργό» την υποψηφιότητα, εκφράζει τη χωριάτα Ελλάδα, που θαυμάζει την αρπαχτή, που ποθεί λούσα και φιγούρα και ποσώς την απασχολεί το τίμημα με το οποίο αποκτώνται. Είναι η Ελλάδα που διψά για διεθνείς διακρίσεις, πρωταθλήματα και Ολυμπιακούς Αγώνες, που συχνάζει στη Μύκονο και ακούει Ρέμο, που λατρεύει τα σελέμπριτις και αγοράζει με ύφος «μαϊμούδες» από τους μαύρους που απλώνουν σεντόνια στα πεζοδρόμια. Είναι η Ελλάδα που ανεβάζει το βιοτικό της επίπεδο παράγοντας συνταξιούχους που δεν δούλεψαν και αναβαθμίζει το μορφωτικό της γεμίζοντας τον τόπο με «ανώτατες σχολές». Η Ελλάδα που αδιαφορεί για κάθε είδους μακροπρόθεσμες επενδύσεις και ψάχνει παντού τις αρπαχτές.

Πώς μπορεί η υποψηφιότητα να είναι «αναμφίβολα τιμητική» όταν η συμφωνία λόγω της οποίας κερδίζεται η υποψηφιότητα είναι επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα, όπως υποστηρίζουν ο Μεϊμαράκης και η Ν.Δ.; Αν, ας πούμε, έδινε μερικές βραχονησίδες ο πρωθυπουργός, η τιμή από την υποψηφιότητα θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη; Προσωπικώς, δεν ασπάζομαι αυτή τη λογική, είναι όμως η λογική του Μεϊμαράκη και του καθενός ο οποίος νοιάζεται περισσότερο για την εικόνα παρά για το περιεχόμενο. Υποθέτω ότι δεν θα το σκέφθηκε αυτό, αλλά δεν πειράζει. Αν το είχε σκεφθεί, δεν θα ήταν ο Μεϊμαράκης. Τελικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι του άρεσαν πάντα οι φτηνές απομιμήσεις ακριβών ρολογιών...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ