ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πολλοί θεωρούν ότι επιτάφιος είναι το κουβούκλιο που στολίζουν με ανοιξιάτικα λουλούδια νεαρά κορίτσια ξημερώματα Μεγάλης Παρασκευής και θαυμάζουμε στην περιφορά, το βράδυ της ίδιας ημέρας. Ομως είναι το χρυσοκέντητο ύφασμα που απεικονίζει τον επιτάφιο θρήνο, τοποθετείται μέσα στο ξύλινο κουβούκλιο και χρησιμοποιείται στο τελετουργικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Αυτό το λειτουργικό άμφιο απέκτησε επικήδειο νόημα από τον 14ο αιώνα και αποτελεί εξέλιξη του καλύμματος που ονομάζεται αήρ. Ονομαστά εργαστήρια αναλάμβαναν την κατασκευή του με φημισμένες κεντήτριες και ξακουστούς κεντητές οι οποίοι χρησιμοποιούσαν πολύτιμα υλικά για την κατασκευή τους. Ατλάζι, δηλαδή το σατέν, κατιφέ (βελούδο), δίσκους (πούλιες), μεταξωτές κλωστές ήταν τα βασικά πανάκριβα υλικά, ενώ η διακόσμηση περιελάμβανε συνήθως επίχρυσα σύρματα, ελάσματα, μεταλλικά νήματα, ημιπολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια.


Κεντητός επιτάφιος, μέσα 19ου αιώνα.

Είναι μερικά από όσα θα δει ο επισκέπτης στην έκθεση «Κεντητοί επιτάφιοι στα Ιωάννινα, 18ος και 19ος αι.», που συνδιοργανώνουν η Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, το Πολιτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων και εγκαινιάζεται την Παρασκευή (19/4) στο Μουσείο Αργυροτεχνίας στην Ακρόπολη του Ιτς Καλέ. Στον χώρο των περιοδικών εκθέσεων του μουσείου παρουσιάζονται για πρώτη φορά επιλεγμένοι επιτάφιοι που μαρτυρούν τη σημασία αυτών των εκκλησιαστικών κεντημάτων, τον συμβολισμό, την εικονογραφία και την τεχνοτροπία τους, καθώς και τα στοιχεία της εποχής κατά την οποία φιλοτεχνήθηκαν.

«Η τιμή ενός τέτοιου εργόχειρου συμβάδιζε με την τιμή του χρυσού», λέει στην «Κ» ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μουσείων του ΠΙΟΠ, αρχαιολόγος, Ανδρέας Λαπούρτας. «Από επιστολή του 19ου αιώνα, γνωρίζουμε ότι στην Κωνσταντινούπολη ένας επιτάφιος φτιαγμένος από τα χέρια της περίφημης κεντήτριας Κοκόνας του Ρολογά στοίχιζε τουλάχιστον 7.000 γρόσια και η κατασκευή τους απαιτούσε ένα με ενάμιση χρόνο. Ποσόν τεράστιο». Θέλοντας να δείξει τα οικονομικά μεγέθη της εποχής, φέρνει το παράδειγμα του Ιωάννη Μακρυγιάννη, ο οποίος τις παραμονές του 1821, δανείστηκε από Ηπειρώτες άρχοντες 5.000-6.000 γρόσια και μεταπώλησε τόσα σιτηρά που του επέτρεψαν να πλουτίσει στην Αρτα, να αποκτήσει σπίτι σε καλή συνοικία, να τακτοποιήσει οικονομικές εκκρεμότητες.


Αγιο ποτήριο από εργαστήριο μεταλλικών αντικειμένων της Ρωσίας.

Η Κοκόνα δούλευε και με την κόρη της. «Η τέχνη της ήταν ξακουστή, σαν ένας επώνυμος οίκος ραπτικής της εποχής. Την εργασία αυτή αναλάμβαναν οργανωμένα εργαστήρια. Ο ιθύνων νους αναλάμβανε τις επαφές με τους εμπόρους, τους συνεργάτες, τους πελάτες, αλλά και τις λεπτοδουλειές του κεντήματος όπως ήταν τα πρόσωπα της σύνθεσης. Υπέγραφε μάλιστα τα εργόχειρα γνωρίζοντας τη σημασία και την αξία τους». Οσο για τον δωρητή μπορούσε να είναι ένα μεμονωμένο άτομο ή μία ομάδα πιστών. Αλλωστε, η προσφορά χρυσοκέντητων αμφίων σε ναούς ή μονές προσέδιδε κύρος.

Ο εικονογραφικός διάκοσμος του επιταφίου αρχικά ήταν λιτός, προβάλλοντας το θεολογικό περιεχόμενο της σταυρικής θυσίας. Σταδιακά, προστέθηκαν στοιχεία όπως ο Σταυρός, η Θεοτόκος, οι μυροφόρες, ο μαθητής Ιωάννης, κ.ά. Στον 18ο και 19ο αιώνα οι παραστάσεις γίνονται πολυάνθρωπες. Σε κάποιες περιπτώσεις προστίθενται και οι μορφές των δωρητών, εικονίζονται η Ιερουσαλήμ, ο Γολγοθάς, κτίσματα, αντικείμενα του Θείου Πάθους κ.ά.

Στο Μουσείο Αργυροτεχνίας του ΠΙΟΠ οι επιτάφιοι που παρουσιάζονται αποδίδονται σε εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης και της Βιέννης, τα οποία προτιμούσαν οι ευκατάστατοι Γιαννιώτες για τις παραγγελίες τους. Το όνομα του δωρητή υπάρχει σε κάποιους επιταφίους όπως η χρονολογία κατασκευής. Ο κωνσταντινουπολίτικος που παρουσιάζεται στην έκθεση χρονολογείται στα μέσα του 19ου αιώνα, ενώ οι βιεννέζικοι στα 1780, 1816 και 1833. Ο τελευταίος διασώζει τον χρόνο κατασκευής του, όχι όμως την επιγραφή που είναι άγνωστο πότε και γιατί ξηλώθηκε.


Ο αήρ σκεπάζει τα Τίμια Δώρα στην Αγία Τράπεζα.

Οι διαφορές

Τι διαφοροποιούσε τα δύο διάσημα εργαστήρια; Η κωνσταντινουπολίτικη τέχνη συνδυάζει τη βυζαντινή παράδοση με δυτικές επιδράσεις. Χαρακτηρίζεται από πολύτροπη τεχνική, ακριβά υλικά και λεπτοδουλειά. Στα μέσα του 19ου αιώνα, συχνά, το κέντημα συνδυάζεται με τη ζωγραφική. Οι υπόλοιποι επιτάφιοι όπως αναφέρεται στην έκθεση αποτελούν έργα βιεννέζικων εργαστηρίων «με γνωρίσματα τη δυτικότροπη εικονογραφία, το επίπεδο κέντημα του κυρίως θέματος, καθώς και τη συνήθως έξεργη μπαρόκ διακόσμηση από μεταλλικά νήματα στην παρυφή του εργόχειρου».

Η έκθεση, σε επιστημονική επιμέλεια της δρος Ελενας Παπασταύρου, βυζαντινολόγου-ιστορικού τέχνης, εμπλουτίζεται και με μια αμφιπρόσωπη εικόνα του 14ου αι. με παράσταση Ακρας Ταπείνωσης και Παναγίας Οδηγήτριας, καθώς και με ιερά σκεύη της λειτουργίας του επιταφίου. Υπάρχουν επίσης ψηφιακές εφαρμογές και οπτικοακουστικές παραγωγές που αποκαλύπτουν στον επισκέπτη την τέχνη και τα μυστικά της χρυσοκεντητικής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ