Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η πρόωρη εμφάνιση του δύσπιστου Θωμά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η γκαλερί Σκουφά εγκαινιάζει την Πέμπτη 9 Μαΐου ατομική έκθεση του Γιώργου Χαδούλη. Διάρκεια έκθεσης έως την 1η Ιουνίου. Σκουφά 4, Κολωνάκι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Το μόνο απρόσμενο και αδιανόητο ήταν ο εφιάλτης: η τεράστια καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων από την πυρκαγιά. Οσα ακολούθησαν, όσα δεν περίμεναν καν να ξημερώσει η επόμενη μέρα για να ειπωθούν και να γίνουν, ήταν αναμενόμενα. Τόσο τα σχετικώς παραμυθητικά όσο και τα πλήρως αποκαρδιωτικά. Παρηγορητική, αλλά σχετικά, σχετικότατα, ήταν η ταχεία αντίδραση της γαλλικής πολιτικής ηγεσίας, που έσπευσε να ανακοινώσει ότι «όλα θα γίνουν όπως πριν» –πράγμα δυστυχώς αδύνατο, γιατί καμιά υπερσύγχρονη τεχνολογία δεν μπορεί να αναπληρώσει τη σφραγίδα των εννέα αιώνων, που χάθηκε οριστικά. Ενα γεφύρι εκατό χρόνων καταστρέφεται από πλημμύρα και δεν ξαναγίνεται, πώς να οικοδομηθεί εκ νέου, όπως τη διαμόρφωσε ο χρόνος, η Παναγία.

Σχετικότατα παρηγορητική και η έκτακτη οικονομική ενίσχυση που ανακοίνωσαν κάποιοι από τους μεγιστάνες της Γαλλίας: η αναζήτηση ιδιωτικών χορηγικών κονδυλίων για τη συντήρηση του εμβληματικού μνημείου είχε ξεκινήσει από χρόνια, με τρόπο επίσημο, προεδρικό, μια και ολόκληρη Γαλλία αδυνατούσε να προστατέψει επαρκώς το κατεξοχήν στοιχείο της ταυτότητάς της, τόσο πολυσύχναστο και πολλαπλώς ωφέλιμο. Πλην όμως, το «κάλλιον προλαμβάνειν παρά θεραπεύειν» δεν έχει μεταφραστικό αντίκρισμα –συναισθηματικό ή πολιτικό– ούτε στα γαλλικά, όπως δεν έχει άλλωστε ούτε στα νέα ελληνικά. Με την αυστηρότητα που θα έπρεπε να αντιστοιχεί σε τέτοια γεγονότα, οικουμενικώς συγκλονιστικά, όσοι θα καταγραφούν τώρα στους καταλόγους των εκ των υστέρων ευαισθητοποιηθέντων ευεργετών, ίσως θα ήταν σωστό να καταγραφούν πρώτα στους καταλόγους των ραθυμούντων ή των αρνητών.

Τα πλήρως απογοητευτικά, όσα αποκαλύπτουν ανοησία, κιτρινισμό πάνω στ’ αποκαΐδια, φανατισμό, υποκρισία ή κυνισμό, είναι δυστυχώς πολλά και η προέλευσή τους ποικίλη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης στις εστίες παραγωγής τους. Εκβιάζοντας τα πράγματα και παίζοντας ανάγωγα με τον συγκλονισμό που προκάλεσε η καταστροφή, σε πάμπολλα μέσα ενημέρωσης (ή διαστρέβλωσης και παραπληροφόρησης), εφημεριδογραφικά, τηλεοπτικά και διαδικτυακά, ξετυλίχθηκε ένα βλακώδες παίγνιο εμπλοκής των θεών, των θρησκειών, των παραθρησκειών και του αποκρυφισμού στα έργα και στις παραλείψεις των ανθρώπων. Εκτός από τον αναμενόμενο Νοστράδαμο, τους αναπόφευκτους αλχημιστές και τον «πεπρωμένο» Νταν Μπράουν, και εκτός από την επίσης μοιραία μετάφραση της πυρκαγιάς σε μήνιν και μήνυμα των ουρανών, στο πεδίο της «σύγκρουσης», στο νησάκι του Σηκουάνα, στριμώχθηκαν αντιμαχόμενες τουλάχιστον τέσσερις θρησκείες: οι τρεις αβρααμικές (με όλα τους τα δόγματα), ο ιουδαϊσμός, ο χριστιανισμός και ο ισλαμισμός δηλαδή, αλλά και μια θρησκεία που έχει περιπέσει από χιλιετίες στη δικαιοδοσία της μυθολογίας: η λατρεία της αιγυπτιακής Ισιδας. Αγάλματά της, που προσκυνήθηκαν και στα μεταχριστιανικά χρόνια, όταν το δωδεκάθεο αποσυρόταν, έχουν αποκαλυφθεί σε αρκετά σημεία της ελληνικής γης, στο Δίον για παράδειγμα και στη Δήλο.

Η Ισιδα, λοιπόν, σύμφωνα με τους νεομυθολόγους και τους μετανοστραδαμικούς, πήρε την εκδίκησή της πυρπολώντας αφανώς την Παναγία των Παρισίων, πιθανόν μεταμφιεσμένη σε «Κίτρινο Γιλέκο». Ενιωθε προσβεβλημένη, επειδή ο καθεδρικός ναός των χριστιανών υψώθηκε μια φορά κι έναν καιρό ταπεινώνοντας τη δική της λατρευτική κρύπτη. Εκμεταλλεύθηκαν μάλιστα και τις απεριόριστες δυνατότητες της παρετυμολογίας οι νεόκοποι ακόλουθοι της Ισιδας, που διαμήνυσαν σε κάθε πρόθυμο ή οκνηρό αναπαραγωγό των διανοητικών ακροβασιών τους ότι «το όνομα Παρίσι προέκυψε από το Par-Isis, δηλαδή το πλοίο της Ισιδας». Ανοιξα καλού κακού ένα Μικρό Λαρούς του 1949, για να δω ότι οι «συμβατικοί» λεξικογράφοι ετυμολογούν το Παρίσι από τη φυλή των Παρισίων, οι οποίοι ζούσαν στον τόπο εκείνο, υπόδουλοι στους Ρωμαίους, επί Ιουλίου Καίσαρα Λουτέτια τον ονόμαζαν τότε τον τόπο, που προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον απελευθερώσει από τη ρωμαϊκή κυριαρχία ο Γαλάτης ηγέτης Βεργκιγγετόριξ (περίπου 82-46 π.Χ.). Η ιστορία τα λέει αυτά, όχι ο «Αστερίξ».

Δεν κακούργησε, όμως, μόνο η Ισιδα. Είτε συμμαχώντας μαζί της είτε μόνος του, έδρασε καταστροφικά και ο Γιαχβέ, ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, ο οποίος διεκπεραίωσε «τα σχέδια των νεοταξιτών» και –ποιου άλλου– του Τζορτζ Σόρος, σχέδια που τα είχε αποκαλύψει εγκαίρως ο Αγιος Παΐσιος, μόνο που εμείς είχαμε αλλού στραμμένη την ακοή μας. Κι έτσι τώρα, «οι αντίχριστοι εξαφανίζουν τα ιερά κειμήλια για να εγκαθιδρύσουν τον Τρίτο Ναό του Σολομώντα». Ανάμεσα στα κειμήλια αυτά δεν συγκαταλέγεται ένα ολόχρυσο ακάνθινο στεφάνι, που από αδαημοσύνη ή έκτακτη υπερσυγκίνηση οι περισσότεροι τηλεπαρουσιαστές το εμφάνισαν σαν να ήταν το ίδιο το στεφάνι που πλήγωνε την κεφαλή του Ιησού στον Γολγοθά. Μα χρυσό στεφάνι ο υβριζόμενος «βασιλεύς των Ιουδαίων»; 

Ισις, Ιεχωβάς και βεβαίως Αλλάχ. Πυρπολητής επίσης. Αυτό δεν το λέει μόνο ο κανιβαλικώς επιχαίρων ISIS, που μιλάει για θεϊκή εκδίκηση, αλλά και οι φασιστικές φυλλάδες της ελληνικής αγοράς, οι οποίες μάλιστα είδαν τον Αλλάχ ή τον Μωάμεθ προσωποποιημένο σαν «ημίτρελο Νέρωνα Ερντογάν», που «έτσι θα κάψει και την Αγιασοφιά μας». Αλλες φυλλάδες, σερβικές αυτές, με τους τίτλους «Alo» και «Informer», είδαν επίσης «θεία δίκη». Με πρωταγωνιστή της, όμως, τον Θεό των Ορθοδόξων, ο οποίος έκαψε την εκκλησία των Καθολικών για να τους τιμωρήσει «επειδή πέρυσι στο εσωτερικό της είχε υψωθεί η σημαία του Κοσόβου», στο πλαίσιο των εορτασμών για την εκατοστή επέτειο της εκεχειρίας του 1918. Ενα «μήνυμα», δεκάδες ερμηνείες.

Οταν μας χτυπάει το κακό, σε προσωπικό επίπεδο ή σε μαζική κλίμακα, ξανασκεφτόμαστε αναπόδραστα, μαζί με τον Γιώργο Σεφέρη, «τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ΄ ανάμεσό τους». Οταν μάλιστα το κακό (ο σεισμός, η φωτιά, η πλημμύρα) πλήττει έναν χώρο λατρείας, μια εκκλησία, μια συναγωγή, ένα τζαμί, μια παγόδα, αισθανόμαστε πως ο Θεός μας, όποιον κι αν πιστεύουμε, αυτοπροδίδεται, ή αποκαλύπτεται είτε αδιάφορος για τον ίδιο τον οίκο του είτε ανήμπορος να τον προστατεύσει. Θαρρείς και θέλει να μας φέρει αντιμέτωπους με τον κορυφαίο πειρασμό, της αρνησιθεΐας, ώστε να μετρήσει τις αντοχές και την ποιότητα της πίστης μας.

Ακόμα κι αν προσευχόμαστε γονυκλινείς τις ώρες αυτές της ταραχής, της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης, ακόμα κι αν ψέλνουμε δοξαστικά ή ικετευτικά, όπως συνέβη και στο Παρίσι, το ερώτημα που τόλμησε να απευθύνει δημόσια προς τους ουρανούς ένας καθολικός ιερέας, το ερώτημα ενός Θωμά που φέτος ήρθε πρόωρα, τρώει την ψυχή όλων: «Μα Κύριε, Μεγάλη Δευτέρα κι αφήνεις απροστάτευτο το σπίτι σου, την εκκλησία σου;» Η πίστη, εδώ, διεκδικεί λογική ή λογικοφανή απάντηση, όταν ολόκληρο το σύστημά της θεμελιώνεται εκτός λογικής. Η ανθρώπινη ιστορία όμως δεν προβλέπει τέτοιες απαντήσεις. Αν τις προέβλεπε, θα είχε να τις παρουσιάσει για περιπτώσεις ασύγκριτα πιο εφιαλτικές, όταν είχαν και πάλι τεθεί ανάλογες θεωρήσεις, για το Αουσβιτς λόγου χάρη. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ