ΘΕΑΤΡΟ

Εξαιρετική μίμηση της καθημερινής ζωής στην ελληνική αρχαιότητα

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Ο θίασος εισέρχεται στη σκηνή σαν σύνολο αλλόκοτων πλασμάτων, που εν πλήρει ευθυμία χορεύουν και παίζουν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην αρχαία γη της Αιγύπτου, σ’ ένα τάφο στην πόλη Μεγίρ (Μοίρες), δίπλα σε μια μούμια, βρέθηκε το 1889 ένας κύλινδρος από πάπυρο. Το εύρημα ήταν εξαιρετικά σημαντικό, αφού περιείχε επτά, σχεδόν ακέραιους, μιμίαμβους του Ηρώνδα (3ος αι. π.Χ.), δηλαδή διαλογικά ποιήματα που δεν υπερβαίνουν τους 100 στίχους, γραμμένα στην ιωνική διάλεκτο σε «χωλό» ιαμβικό τρίμετρο. Εως τότε ελάχιστα στοιχεία ήταν γνωστά για τους μιμίαμβους, παρότι ως λαϊκή μορφή αναπαράστασης, με θέματα και πρόσωπα καθημερινά και διάθεση παρωδίας, το ταπεινό είδος του μίμου προϋπήρχε των υψηλών δραματικών ειδών και αγώνων της κλασικής εποχής και επιβίωσε όταν εκείνα παρήκμασαν (κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή) από πλανόδιους θεατρίνους σε ιδιωτικές και δημόσιες γιορτές. 

Η εύχαρις και καλαίσθητη παράσταση της Αννας Κοκκίνου στο θέατρο Σφενδόνη αποτελεί μια καλή αφορμή να δούμε μια άλλη πτυχή της ελληνικής αρχαιότητας, της καθημερινής ζωής στην ελληνιστική πόλη σε μια περίοδο ευρείας πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής, στα πολυεθνικά βασίλεια των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Παρά τις επιβιώσεις πολιτιστικών στοιχείων της κλασικής εποχής, οι πόλεις ήταν πια ενταγμένες σ’ ένα απολυταρχικό, γραφειοκρατικό σύστημα διοίκησης, ο πληθυσμός τους ήταν πολυεθνικός και οι πολίτες δεν ασχολούνταν με τα κοινά. Ιδιώτευαν.

Οι μεγάλες ιδέες και τα οντολογικά ζητήματα, η μίμησις πράξεων σπουδαίων και το μυθολογικό υλικό δεν ήταν πια τα ίδιο ελκτικές για τους ποιητές. Οι μιμίαμβοι του Ηρώνδα αποτυπώνουν τη στροφή στον καθημερινό βίο, με διαλόγους τόσο ρεαλιστικούς που η αναπαράστασή τους να αποτελεί μία «τρισδιάστατη» τοιχογραφία ηθών και προσώπων του αστικού κατά κανόνα χώρου, γεμάτη ζωή, χρώματα, ήχους, μυρωδιές. «Οι ευτράπελοί των τόνοι / μας επανέφεραν τας ευθυμίας / ελληνικών οδών και αγορών/ κ’ εμβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν / βίον μιας περιέργου κοινωνίας» γράφει ο Καβάφης στο ποίημα του «Οι μιμίαμβοι του Ηρώδου» το 1892, έναν μόλις χρόνο μετά την πρώτη δημοσίευσή τους.

Εδώ τίποτα δεν είναι λευκό, κομψό, αρμονικό, επιβλητικό. Τα πρόσωπα έχουν ελαττώματα και πάθη, ο βούρδουλας έχει τον πρώτο λόγο για το παιδί που δεν παίρνει τα γράμματα ή για τον δούλο που υπέπεσε σε σφάλμα, οι επαγγελματίες πωλούν κρυφά τα προϊόντα τους για να μην πληρώσουν φόρο. Οι γυναίκες έχουν βγει από τη σιωπή και την αφάνεια της κλασικής εποχής. Τουλάχιστον σε αυτά τα λιγοστά δείγματα μιμιάμβων που διασώθηκαν, είναι οι γυναίκες που πρωταγωνιστούν. Πλέον δεν περιμένουν σαν την Πηνελόπη τον άνδρα τους να επιστρέψει από τις εκστρατείες ή τα μακρινά ταξίδια, αλλά ικανοποιούνται με τους δούλους του – στον μιμίαμβο που έχει τίτλο «Η ζηλότυπος», η κυρία, από ζήλια που ο ευνοούμενος δούλος της πήγε και με άλλη, διατάσσει να τον πάνε στο  σωφρονιστικό «κατάστημα» του Ερμωνα για να φάει χίλιες βουρδουλιές στην κοιλιά και στην πλάτη και να βάλει μυαλό. Στον τολμηρό μιμίαμβο με τίτλο «Οι φιλιάζουσαι» (Οι φιλενάδες) η Μητρώ επισκέπτεται την Κορριτώ για να μάθει ποιος μάστορας της έφτιαξε έναν αξιοζήλευτο βαυβώνα (υποκατάστατο του ανδρικού μορίου από δέρμα)! Σε έναν άλλο μίμο, δύο γυναίκες πάνε στον ναό του Ασκληπιού στην Κω για να κάνουν θυσία και όσο περιμένουν τον νεωκόρο να ολοκληρώσει το έργο του «[…] φαιδρύνουν μεγάλως τον ναόν αι νοστιμώταταί των ομιλίαι» (Κ. Καβάφης, όπ. πρ.)

Χάρηκα (μ’) αυτήν την παράσταση της Αννας Κοκκίνου. Στους «Μιμίαμβους» βρήκε κατάλληλο υλικό για να αναδείξει δύο στοιχεία που καθόρισαν το σκηνοθετικό και ερμηνευτικό στίγμα της: τη λογιοσύνη, όπως αυτή εκδηλώνεται στην αγάπη και στην προσοχή με την οποία έχει χειριστεί στη σκηνή ιδιαίτερα κείμενα, και το ενδιαφέρον της για λαϊκά θεατρικά είδη. Στις καλύτερες παραστάσεις τα ιδανικά της γενιάς του ’30 παραμένουν ζωντανά, όχι σα στείρες «δηλώσεις» αλλά σαν αφετηρία για σύγχρονες σκηνικές αναζητήσεις. Εδώ πετυχαίνει με τρόπο χαριτωμένο, παιγνιώδη και άκρως θεατρικό να γεφυρώσει την απόσταση που χωρίζει το σύγχρονο κοινό από τον μακρινό 3ο αι. π.Χ. χρησιμοποιώντας το αρχαίο «εργαλείο» της μάσκας. 

Η χρήση της (μισής) μάσκας μοιάζει αντιφατική επιλογή, αφού δεν ταιριάζει στον ρεαλισμό των μιμίαμβων και απ’ όσο γνωρίζουμε οι θεατρίνοι της ελληνιστικής εποχής, και των δύο φύλων, δεν φορούσαν μάσκες όταν έπαιζαν μίμους. Αλλά σήμερα αυτά τα μικρής έκτασης δραματικά επεισόδια χρειάζονται κάποιου είδους «διαμεσολάβηση» για να σταθούν στη σκηνή. Με τις εξαιρετικής εκφραστικότητας, κωμικές μάσκες της Μάρθας Φωκά και στα πολύχρωμα θεατρικά (με την έννοια ότι δεν υπακούουν σε συγκεκριμένη εποχή ή αισθητική) κουστούμια της Ματίνας Μέγκλα, οι ηθοποιοί απελευθερώθηκαν και μεγεθύνθηκε η θεατρικότητα της δράσης. Ο θίασος εισέρχεται στη σκηνή σαν σύνολο αλλόκοτων πλασμάτων που εν πλήρει ευθυμία χορεύουν και παίζουν μπροστά στο κοινό. Μπράβο στον Νίκο Βελιώτη για τις μουσικές συνθέσεις της παράστασης – σε αυτές βασίζονται τα ολιγόλεπτα μουσικοχορευτικά ιντερμέδια ή οι κινούμενες εικόνες που χωρίζουν/συνδέουν τον έναν μίμο από τον άλλον.

Η Αννα Κοκκίνου είναι απολαυστική στον μίμο που ανοίγει την παράσταση, υποδυόμενη έναν κίναιδο μαστροπό που αγορεύει στο δικαστήριο διεκδικώντας το δίκιο του: ένας πλούσιος πελάτης του άρπαξε ένα από τα κορίτσια του, χειροδικώντας και προκαλώντας ζημιές στο «μαγαζί» του. Ή στον ρόλο της μιας από τις λαϊκές γυναίκες που θαυμάζουν τα έργα τέχνης στον ναό του Ασκληπιού.

Η Ρηνιώ Κυριαζή και ο Νίκος Νίκας ξεχωρίζουν κάθε φορά που εμφανίζονται στη σκηνή. Ωστόσο, και οι νεότεροι ή λιγότεροι έμπειροι (η Ρίτα Λυτού, η Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου, ο Αλκίνοος Δωρής) συμβάλλουν καίρια στην επιτυχία της παράστασης. Το σκηνικό του Κένι Μακ Λέλαν, μία ξύλινη εξέδρα με δύο σπιτάκια αριστερά και δεξιά, είναι το ιδανικό σκηνικό γι’ αυτήν την ευφρόσυνη, λαϊκή όσο και καλαίσθητη, σκηνική πρόταση. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ