ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ευρωπαίοι κατακτητές του ΝΒΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ

Ο κορυφαίος Γερμανός μπασκετμπολίστας που πάτησε στα παρκέ του ΝΒΑ, ο Ντιρκ Νοβίτσκι, κρέμασε τα παπούτσια του ύστερα από λαμπρή καριέρα και μπήκε στο «πάνθεον» των Ευρωπαίων που άφησαν το στίγμα τους στο σημαντικότερο πρωτάθλημα μπάσκετ του κόσμου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Μπάσκετ

Η ολοκλήρωση της ένδοξης και αξιοθαύμαστης καριέρας του Ντιρκ Νοβίτσκι, ύστερα από 21 χρόνια ανελλιπούς παρουσίας στο ΝΒΑ και σε ηλικία 41 ετών, προστέθηκε στη «Βίβλο» των Ευρωπαίων παικτών μπάσκετ που ακολούθησαν την αντίθετη διαδρομή από τους Αμερικανούς παίκτες που κατακλύζουν το ευρωπαϊκό μπάσκετ και διέπρεψαν στο κορυφαίο και δυσκολότερο πρωτάθλημα του κόσμου. Ο Γερμανός σταρ έγραψε ιστορία με τα ρεκόρ που πέτυχε στο ΝΒΑ και αγωνιζόμενος μόνο στους Ντάλας Μάβερικς, κατακτώντας τον τίτλο του 2011, και σε 1.522 αγώνες σκόραρε 31.560 πόντους, κέρδισε 11.489 ριμπάουντ, έδωσε 3.651 ασίστ, έκοψε 1.281 σουτ αντιπάλων και «έκλεψε» την μπάλα 1.210 φορές.

Ο «μεγάλος λευκός», όπως τον αποκαλούσαν στο ΝΒΑ, συγκαταλέγεται στο «κλειστό» γκρουπ των Ευρωπαίων παικτών που έγιναν σταρ, δίπλα στους Αμερικανούς και στους Αφρικανούς συμπαίκτες τους και ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τους ξεπέρασαν σε δόξα. Ο άσημος Βούλγαρος Γκιόργκι Γκλούτσκοφ έγινε ο πρώτος Ευρωπαίος παίκτης που δοκίμασε να παίξει στο ΝΒΑ, το 1985, με τους Φοίνιξ Σανς για δύο μόνο χρόνια, και ακολούθησαν δύο ψηλοί, επίσης, από μη παραδοσιακές μπασκετικές χώρες, ο Γερμανός Ντέτλεφ Σρεμφ και ο Ολλανδός Ρικ Σμιτς. Ο πρώτος έπαιξε στο Ντάλας και ο δεύτερος έγινε παίκτης πρώτης γραμμής στους Ιντιάνα Πέισερς, αγωνιζόμενος για 11 χρόνια και έχοντας διψήφιο αριθμό πόντων.

Στο ευρωπαϊκό μπάσκετ της δεκαετίας του 1980, τρία ήταν τα μεγάλα ονόματα που θα μπορούσαν να γίνουν «πρεσβευτές» του. Ο Νίκος Γκάλης, ο Αρβιντας Σαμπόνις και ο αείμνηστος Ντράζεν Πέτροβιτς. Ο ανυπέρβλητος σταρ που άλλαξε τον ρουν της ιστορίας του ελληνικού μπάσκετ, με την εθνική ομάδα του 1987, δεν έπαιξε ποτέ στο ΝΒΑ. Ο Σαμπόνις, που τον αποκαλούσαν «θαύμα της φύσης», αγωνίσθηκε στο Πόρτλαντ, το 1995. Είχε διορατικότητα, αμέτρητη αντίληψη του παιχνιδιού και άψογη τεχνική, αλλά τα ταλαιπωρημένα γόνατά του δεν του επέτρεψαν να αφήσει εποχή.

Τον Ιούνιο του 1989 και αμέσως μετά την ολοκλήρωση του Ευρωμπάσκετ, τρεις παίκτες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ετοίμασαν τις βαλίτσες τους για το υπερατλαντικό ταξίδι. Ο Ντράζεν Πέτροβιτς υπέγραψε συμβόλαιο στο Πόρτλαντ, αλλά δεν δικαίωσε άμεσα τις προσδοκίες που υπήρχαν. Μεγαλούργησε, όμως, μέχρι τον θάνατο του, το 1993, στους Νιου Τζέρσεϊ Νετς. Μπορεί να είχε προηγηθεί ο Λιθουανός Σαρούνας Μαρτσιουλιόνις, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, παίζοντας σημαίνοντα ρόλο, αλλά ο «Μότσαρτ» έχει περάσει στο πάνθεον ως ο κορυφαίος Ευρωπαίος γκαρντ. Μεγάλη καριέρα διέγραψε ο Βλάντε Ντίβατς στους Λος Αντζελες Λέικερς και ο Τόνι Κούκοτς, που ήταν μέλος των τριών συνεχόμενων πρωταθλητών του ΝΒΑ, Σικάγο Μπουλς, και συμπαίκτης του Μάικλ Τζόρνταν. Μικρή παρουσία στο ΝΒΑ είχαν οι γνώριμοι σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό Ζάρκο Πάσπαλι και Σάσα Βολκόφ.

Στη χαραυγή του 21ου αιώνα, οι Ευρωπαίοι είχαν κερδίσει περίοπτη θέση στο ΝΒΑ. Ο Πέτζα Στογιάκοβιτς ήταν ίσως ο κορυφαίος σμολ φόργουορντ όλων των εποχών και διέπρεψε στο Σακραμέντο. Ο Ρώσος Κιριλένκο έκανε εξαιρετική δεκαετία στη Γιούτα. Οι Ισπανοί έστειλαν τη δική τους μεγάλη «φουρνιά», με τους Καλντερόν, Ρούντι, Ρούμπιο, Μαρκ Γκασόλ, ενώ ο παίκτης που ξεχώρισε από τους «φούριας ρόχας» είναι ο Πάου Γκασόλ.

Οι Γάλλοι καμαρώνουν για τους Ντιό, Νοά και εσχάτως τον Μπατούμ. Ο Τόνι Πάρκερ είναι ξεχωριστό κεφάλαιο στους «τρικολόρ» και η καριέρα του στους Σπερς (4 πρωταθλήματα) αποτελεί δικαίωση του τεχνικού Γκρεγκ Πόπβιτς για την εμπιστοσύνη που του έδειξε.

Σε αυτή την ελίτ των Ευρωπαίων παικτών του ΝΒΑ έχει πάρει, ήδη, περίοπτη θέση ο Ελληνας Γιάννης Αντετοκούνμπο και, αν έχει διάρκεια καριέρας υψηλού επιπέδου, θα βρεθεί στην κορυφή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ