Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Από τον στρατηγό Γκραντ έως την κ. Κουντουρά

Κύριε διευθυντά
Οι φωτογραφικές διατάξεις στους νόμους πρέπει να αποφεύγονται. Ευτελίζουν τους θεσμούς και απαξιώνουν τους νόμους. Αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, κατάλοιπο απολυταρχικού καθεστώτος, εις το οποίο η θέληση του ηγεμόνος είχε την ισχύ νόμου. Τούτο έπραττε πολλάκις ο διαβόητος Υδραίος πρωθυπουργός Δημ. Βούλγαρης (1802-1877), ο επιλεγόμενος «Τζουμπές» για τον οποίο για τη θέσπιση ενός νόμου αρκούσε η προσωπική του επιθυμία. «Αστε ντούε» – έτσι θέλω. Η Βουλή, λοιπόν, πρέπει να είναι φειδωλή στην ψήφιση φωτογραφικών διατάξεων, οι οποίες, κατά κανόνα, σκοπόν έχουν τη διευκόλυνση προσωπικών ή ακόμα και ιδιοτελών σκοπών των φωτογραφουμένων, με αποτέλεσμα να δημιουργούν υποψίες κάποιας μορφής συναλλαγής.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η αποκαλούμενη «τροποποίηση Κουντουρά» έπρεπε, χάριν των θεσμών και της σοβαρότητος και του κύρους της Βουλής, να είχε αποφευχθεί. Κάτι παρόμοιο επιχείρησε να πράξει ο πρόεδρος των ΗΠΑ στρατηγός Οδυσσέας Γκραντ, ο αρχιστράτηγος και νικητής του αιματηρού εμφυλίου πολέμου (1861-1865). Αξίωσε την αιφνίδια τροποποίηση ισχύοντος νόμου. Η Βουλή –διά του προέδρου αυτής προφανώς– ηρνήθη διαρρήδην να πράξει τούτο.

Παραθέτω τη σχετική «είδηση», την οποίαν αλίευσα από την αθηναϊκή εφημερίδα «Αλήθεια» της 15.3.1869, κατά την οποίαν: «Εν Αμερική το παρά του νέου προέδρου Γκραντ σχηματισθέν υπουργείον υπέστη ευθύς απ’ αρχής μεταρρύθμισιν. Αρχαίος νόμος απαγορεύει εις τους ανωτάτους υπαλλήλους να μετέρχονται την εμπορίαν. Αλλ’ ο διορισθείς υπουργός των Οικονομικών Στεβάρδος ευρίσκεται εις την κατηγορίαν ταύτην. Ο πρόεδρος εσύστησεν να καταργήση τον προκείμενον νόμον, αλλ’ η Βουλή παρετήρησεν ότι το ζήτημα τούτο χρήζει σοβαράς σκέψεως και δεν πρέπει να ληφθή απόφασις εσπευσμένη, επί αντικειμένου τοσούτον σπουδαίου. Ενώπιον της γνώμης ταύτης της Βουλής ο κ. Στεβάρδος ηναγκάσθη να παραιτηθή».

Τέλος θα ήθελα να γνωρίσω εις το νομοθετικό σώμα της χώρας, το λεχθέν από τον κορυφαίο νομοδιδάσκαλο του 19ου αιώνα, Βασίλειο Οικονομίδη (1814-1894), εξ Αρκαδίας καταγόμενο «...και δεν δυνάμεθα να υπολάβωμεν τον νομοθέτην, ανοηταίνοντα ή περισσολογούντα».

Αντωνης Ν. Βενετης, Μοναστηράκι Δωρίδος


Αριστερά, οι δύο πρωταγωνιστές, Ελευθέριος Bενιζέλος και βασιλιάς Κωνσταντίνος. Μία από τις φωτογραφίες που ο επιστολογράφος της «Κ» χρησιμοποίησε για το σύνθετο σκίτσο του (circa 1948-1949), σε νεαρή ηλικία πριν μεταναστεύσει στην Αμερική.

Οι «Εθνικές κρίσεις», αφορμή στοχασμού με πυξίδα την ψύχραιμη ανάγνωση της Ιστορίας

Κύριε διευθυντά
Είμαι ένας 88χρονος, μέλος της Ελληνικής Διασποράς στην Αμερική, όπου μετανάστευσα το 1950. Ενώ διάβαζα την «Καθημερινή» online, η ματιά μου έπεσε στο σημείο της πρώτης σελίδας, όπου είδα τη φωτογραφία σχετικά με την εκδοτική σειρά σας «Εθνικές κρίσεις». Το κείμενο και οι φωτογραφίες στο συνημμένο «File» εξηγούν γιατί αυτή η «ανακάλυψη» μου προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση προσωπικής ανάμνησης, καθώς και ευγνωμοσύνη για τη θαυμάσια πρωτοβουλία να διατηρείτε την ιστορία μας «ζωντανή» για τις νέες γενιές. Η προσωπική ανάμνηση με φέρνει πίσω 70-72 χρόνια σε αφηγήσεις και υλικό από δραματικά γεγονότα, τα οποία «συγκέντρωναν» το ενδιαφέρον στην ιστορία μας – κάτι που με οδήγησε, ως ένας 17χρονος, να καταγράψω με σκίτσα πρωταγωνιστές εκείνης της μοιραίας εποχής. Θερμά συγχαρητήρια για την εκατοστή επέτειο της «Κ».

Νικολαος Α. Λεγατος, Πολ. μηχανικός, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ

Σμύρνη: η διάσωση ενός ήρωα δεκανέα

Κύριε διευθυντά
Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα  τα τραγικά γεγονότα, όπως αυτά περιγράφονται στο φύλλο της  «Καθημερινής» της Παρασκευής 2ας Σεπτεμβρίου 1922, που προσφέρθηκε λόγω επετείου 100 χρόνων της εφημερίδας.  Αισθάνθηκα για μια ακόμη φορά βαθιά συγκίνηση και αποτροπιασμό για όσα συνέβησαν.  Λέγω, δε, «για μια ακόμα φορά», διότι τα έχω ακούσει τόσο παραστατικά και τόσο πολλές φορές, που κοντεύω να πιστέψω ότι συμμετείχα και εγώ στις μάχες που έδωσε ο ελληνικός στρατός εναντίον του τουρκικού.

Αφηγητής ήταν ένας στρατιώτης του πυροβολικού, ο οποίος προήχθη σε δεκανέα - αρχηγό στοιχείου επ’ ανδραγαθία και του οποίου η πυροβολαρχία προωθήθηκε έως τα πρόθυρα της Αγκυρας.

Μετά την κατάρρευση του Μετώπου, όσοι επέζησαν σώοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής.  Επειτα από πεζοπορία αρκετών ημερών και έχοντας διανύσει πολλά χιλιόμετρα, ο δεκανέας έφθασε στη Σμύρνη, η οποία είχε ήδη καταστραφεί. Η κατάστασή του αθλία.  Με υψηλό πυρετό, ρακένδυτος, πεινασμένος και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Μέχρις εδώ λίγο πολύ όλοι μας γνωρίζουμε τα γεγονότα με ή χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Το παρακάτω όμως είναι άγνωστο και συγκλονιστικό...

Ο δεκανέας παίρνει μια βαθιά εισπνοή, τρέμει σύγκορμος, αλλά δεν σταματά.  Και συνεχίζει.

Οταν έφτασε στην προκυμαία, βλέπει ένα πλοίο. Εχει λύσει τους κάβους, οι μηχανές δουλεύουν ήπια (ρελαντί) και είναι έτοιμο για τον απόπλου. Ο δεκανέας με όσες δυνάμεις του απομένουν, κάνει τα χέρια του χωνί και ζητάει να τον πάρουν κι αυτόν μαζί τους. Καμία απάντηση. Με πιο έντονη φωνή, κραυγή θα έλεγα, εκλιπαρεί, λέγοντας ότι «γλίτωσα πολλές φορές από του Χάρου τα δόντια, είναι αμαρτία να με “κόψουν” (σφάξουν) τώρα οι Τσέτες».  Οι φωνές του και τα λόγια του ερεθίζουν τα αυτιά κάποιου που ήδη είχε επιβιβαστεί στο πλοίο. Κάτι του θυμίζουν. Σηκώνει τα κιάλια του, κοιτάζει ερευνητικά και ναι, αναγνωρίζει τον δεκανέα.  Ο κύριος με τα κιάλια δεν ήταν άλλος από τον πυροβολάρχη (λοχαγό) του. Κινείται αστραπιαίως και συναντά τον κυβερνήτη, τον οποίο αρχικά παρακαλεί και στη συνέχεια απαιτεί να παραλάβει τον δεκανέα. 

Ο κυβερνήτης αρνείται πεισματικά, λέγοντας πως δεν είναι εύκολο να «δέσει» πάλι, διότι απαιτείται κάποιος χρόνος, που σημαίνει ότι είναι δυνατόν να καταφτάσουν οι Τούρκοι και να τους φουντάρουν στο λιμάνι.  Υπ’ όψιν ότι το πλοίο είχε πλέον των 2.000 επιβατών, στρατιωτών και πολιτών.  Ο διάλογος λοχαγού και κυβερνήτη στο κόκκινο. Ο λοχαγός επιμένει, ο κυβερνήτης ανένδοτος.  Ο λοχαγός χάνει την ψυχραιμία του και τραβάει το περίστροφό του.  «Κοίταξε καλά», λέει στον κυβερνήτη, «έχει 2 σφαίρες, η μία για σένα και η άλλη για μένα».  Υπό την απειλή του όπλου τα πνεύματα ηρεμούν και αποφασίζεται το πλοίο να μη δέσει, αλλά να κάνει κάποιον ελιγμό και να πετάξουν παλαμάρι να πιαστεί ο δεκανέας και από το πλοίο να τον τραβήξουν, ενώ παράλληλα εκείνος θα κολυμπούσε.  Ενώ ο λοχαγός ενημερώνει τον δεκανέα για το σχέδιο, μια σκιά εμφανίζεται δίπλα στον τελευταίο.  Είναι ένας τσολιάς, ο οποίος κατόρθωσε ύστερα από περιπέτειες να φτάσει στη Σμύρνη.  Δεν θα περιγράψω την εμφάνισή του, αλλά θα τονίσω ότι ψηνόταν στον πυρετό.  Δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά, απλά ψέλλιζε. Ομως καταφέρνει να ψιθυρίσει στον δεκανέα: «Εσύ συνάδελφε θα ζήσεις.  Εγώ δεν ξέρω να κολυμπάω, θα με φάνε οι Τσέτες». Ο δεκανέας ευαισθητοποιήθηκε και τον ρωτάει: «Κρατούν τα χέρια σου, τσολιά;». Ο τσολιάς τον κοιτάζει με απορία.  Ο δεκανέας συνεχίζει: «Οταν πιάσω το παλαμάρι, θα με αγκαλιάσεις στη μέση με το κεφάλι ψηλά και θα κουνάς τα πόδια σου».  Η τελευταία ελπίδα του τσολιά. Ετσι κι έγινε. Ο δεκανέας αρπάζει το παλαμάρι και πέφτουν στη θάλασσα... έζησαν και οι δύο.

Ενώ αυτά συνέβαιναν στη Μικρά Ασία, η μητέρα του δεκανέα πηγαινοερχόταν στον Πειραιά με τη φωτογραφία του και ρωτούσε τους στρατιώτες μήπως τον γνωρίζουν.  Οταν απελπίστηκε, φόρεσε τα μαύρα και άρχισε τα μοιρολόγια... μέχρι τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα και είδε τον γιο της ζωντανό.  Η ημέρα της διάσωσής του ήταν η 29η Αυγούστου 1922.  Αυτήν την ημέρα μέχρι του θανάτου του την περνούσε με σκληρή νηστεία (με καφέ και βουτούσε και λίγο ψωμί).

Και για την ιστορία: 

Ο λοχαγός ονομαζόταν Δημήτριος Ζάγκλης, απόφοιτος της ΣΣΕ τάξεως 1917.  Απέκτησε 5 παιδιά και έφτασε στον βαθμό του υποστρατήγου.  Ο μεγάλος του γιος Κίμων Δ. Ζάγκλης αποφοίτησε της ΣΣΕ τάξεως 1948. 

Ο δεκανέας ονομαζόταν Αναστάσιος Μελετίου Πέππας.  Ηταν ο πατέρας μου.  Γεννήθηκε στη Μάνδρα Αττικής στις 23/11/1899. Πέθανε στην Αθήνα στις 10/11/1976. Ο στρατηγός Ζάγκλης δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην εξόδιο ακολουθία.  Το πληροφορήθηκε, διαβάζοντας τη στήλη των «Κοινωνικών» της «Καθημερινής». Εστειλε, όμως, ένα πολύ συγκινητικό τηλεγράφημα.  Τον επισκέφτηκα στο σπίτι του στου Παπάγου για να τον ευχαριστήσω. Οταν έμαθε ποιος είμαι, ήταν έτοιμος να κλάψει. Ωστόσο συγκρατήθηκε, κουνώντας το κεφάλι του με νόημα…

Δράττομαι της ευκαιρίας να ευχηθώ στην «Καθημερινή» να συνεχίσει τις εκδόσεις της για πολλές  εκατονταετίες με την ίδια συνέπεια, τον σεβασμό στον αναγνώστη και την αντικειμενικότητα που τη διακρίνουν.

Μελέτιος Αναστ. Πεππας, Συνταξιούχος τραπεζικός

«Σταυροφορία» για τις αρχαίες γλώσσες

Κύριε διευθυντά
Ευχάριστη έκπληξη μας προκάλεσε η πληροφορία από το Διαδίκτυο ότι μια γαλλική πολιτιστική ένωση, με την ονομασία Humanism. Hist. υπέβαλε αίτημα στην UNESCO ζητώντας την ένταξη των δύο κλασικών γλωσσών –αρχαίων ελληνικών και λατινικών– στον κατάλογο της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η συγκεκριμένη ένωση, με πρόεδρο τον καθηγητή της Αρχαιολογίας Vincent Merkebrek, που ιδρύθηκε το 1995, εδρεύει στην ιστορική πόλη Autun της Βουργουνδίας και εξακτινώνεται σε θεσμικούς κλάδους οι οποίοι σχετίζονται με τον πολιτισμό, την εκπαίδευση και την έρευνα. Η υποβολή του αιτήματος έγινε κατά τη διάρκεια ενός διήμερου συνεδρίου, με τίτλο «Β΄ Διεθνής Συνάντηση των αρχαίων γλωσσών», με την παρουσία και του υπουργού Εθνικής Παιδείας Jean - Michel Blanké, ο οποίος χαρακτήρισε το υπόμνημα «εμβληματικό και ουσιώδες για την υπεράσπιση των αρχαίων γλωσσών, που αποτελούν τις βάσεις και το ζωντανό σφρίγος της γαλλικής γλώσσας».

Αξιοσημείωτο είναι ότι η Γαλλία, στην οποία η καλλιέργεια των κλασικών γραμμάτων ανάγεται στον ΙΓ΄ αιώνα, πρωτοστατεί στην ιδέα της διαφύλαξης και της ενίσχυσης των ανθρωπιστικών σπουδών –αρχαίων ελληνικών και λατινικών– περιθωριοποιημένων, δυστυχώς, στην πατρίδα μας. Ηδη, λειτουργεί στη Γαλλία και η επιστημονική ένωση S.E.L. (Sauvegarde des enseignements littéraires), η οποία ιδρύθηκε το 1992, με πρωτοβουλία της κορυφαίας Γαλλίδας ελληνίστριας Jacqueline de Romilly (1913-2010), ακαδημαϊκού και επίτιμου μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, για την προστασία των κλασικών σπουδών, η διδασκαλία των οποίων διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο, η δε εξαφάνισή της συνεπάγεται καταστροφικές συνέπειες.

Αναστασιος Αγγ. Στεφος, δ.φ. Ειδικός γραμματέας της ΠΕΦ

Η Αγορά, το Λύκειο και ο Βαρβάκης

Κύριε διευθυντά
Το άρθρο της Δήμητρας Μανιφάβα για την ανάπλαση της «Βαρβακείου Αγοράς» στην «Καθημερινή» της Κυριακής 3ης Μαρτίου 2019 είχε, όπως ήταν αναμενόμενο, και συνέχεια. Στην κυριακάτικη «Καθημερινή» της 10ης Μαρτίου δύο άρθρα, ένα θετικό της Γιούλης Επτακοίλη και ένα αρνητικό του Στάθη Καλύβα, σχολιάζουν τα συν και τα πλην της ανάπλασης. «Ως αρχιτέκτων» θα μπορούσα να προσθέσω και εγώ τα δικά μου προσωπικά σχόλια. Για την ώρα, όμως, θα περιοριστώ «ως Αθηναία γκάγκαρη» να σχολιάσω ένα βασικό σφάλμα όλων των σχετικών δημοσιευμάτων που αναφέρονται στη «Βαρβάκειο Αγορά», χωρίς να αντιληφθούν ότι όλα μιλούν για τη Δημοτική ή Κεντρική Αγορά των Αθηνών και όχι για τη Βαρβάκειο. Την αγορά δηλαδή που καθορίζεται από τις οδούς Φιλοποίμενος, Αρμόδιου, Αθηνάς και Αριστογείτονος και όχι για τη Βαρβάκειο, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι, μεταξύ των οδών Αθηνάς, Αρμοδίου, Σωκράτους και Αριστογείτονος.

Ολο δε το ιστορικό που αναγράφεται με τίτλο «Η ταραχώδης διαδρομή από το Βασιλικό Διάταγμα του 1876 έως σήμερα» αφορά τη Δημοτική Αγορά και όχι τη Βαρβάκειο, που θεμελιώθηκε το 1878 σε σχέδια του Ανδριώτη αρχιτέκτονα Ιωάννη Κουμέλη και εγκαινιάσθηκε το 1886 με αρκετές μετατροπές στο αρχικό σχέδιο.

Ηδη όμως στο απέναντι γήπεδο είχε ανεγερθεί σε σχέδια του Αθηναίου αρχιτέκτονα Παναγή Βρεττού Κάλκου το Βαρβάκειο Λύκειο με δωρεά του Ιωάννη Βαρβάκη.

Το Βαρβάκειο κάλυπτε σχεδόν το μισό γήπεδο. Μπροστά λοιπόν ακριβώς στο γυμναστήριο του Λυκείου, στη «Βαρβάκειο πλατεία», εμφανίζονται κάποια πρώτα παραπήγματα που μετά την κατεδάφιση της Παλαιάς Αγοράς στην πλατεία Πλατάνου αυξήθηκαν σημαντικά, με βασικά προϊόντα, φρούτα και λαχανικά.

Αξίζει ίσως να αναφερθεί ότι μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα οι Αθηναίοι προμηθεύονταν τα λαχανικά τους από τα περιβόλια τους και αγόραζαν μόνο κρέας και ψάρι. Ακόμα και ο ίδιος ο βασιλεύς Γεώργιος Α΄ διατηρούσε τον προσωπικό του λαχανόκηπο εκεί όπου σήμερα είναι το Προεδρικό Μέγαρο.

Καθώς το Βαρβάκειο Λύκειο (και όχι η αγορά) λειτούργησε ως κέντρο φιλοξενίας των προσφύγων και είχε υποστεί αρκετές φθορές κατά την πυρπόλησή του τον Δεκέμβριο του 1944, αποφασίστηκε το 1956 η κατεδάφισή του και η παραχώρηση ολόκληρου του γηπέδου στη λαχαναγορά. Σταδιακά τα παραπήγματα απομακρύνονται και δημιουργείται η «Βαρβάκειος Αγορά», όπως συνηθίσαμε να τη λέμε, χωρίς φυσικά να έχει καμία απολύτως σχέση με τον μεγάλο ευεργέτη, που σχολείο ήθελε να χτίσει και όχι αγορά (λίγος περισσότερος σεβασμός δεν θα έβλαπτε).

Και βέβαια το 1985 διατηρητέο μνημείο κηρύχθηκε η Κεντρική και όχι η λαχαναγορά.

Η ανάπλαση λοιπόν αφορά άστοχα ή εύστοχα (αυτό είναι άλλο θέμα) την Κεντρική Αγορά, που δεν βρίσκεται στο Μοναστηράκι αλλά κοντά στο δημαρχείο.

Θα έπρεπε λοιπόν οι Αθηναίοι, γηγενείς ή μη, και κυρίως οι πολιτικοί να ξέρουμε για τι ακριβώς μιλάμε.

ΥΓ. Στο διδακτορικό της, η συνάδελφος Μ. Δανιήλ αναλύει πλήρως και τεκμηριωμένα τα σχετικά με τις αγορές των Αθηνών.

Μαρω Καρδαμιτση - Αδαμη, Ομ. καθηγήτρια ΕΜΠ

Ο βωμός της Περγάμου, ο Γερμανός μηχανικός

Κύριε διευθυντά
Η αρχαιολόγος Κατερίνα Παπαθωμά-Μαστοροπούλου προτείνει με επιστολή της στην «Καθημερινή» (16/2) να ζητήσουμε από τους Γερμανούς να επιστρέψουν στην Τουρκία τον βωμό της Περγάμου, που βρίσκεται σε μουσείο του Βερολίνου. Η πρόταση αυτή, νομίζω, δεν είναι σωστή για τους εξής λόγους:

Οπως είναι γνωστό, ο βωμός της Περγάμου ανακαλύφθηκε από τον Γερμανό μηχανικό και αρχαιολόγο Καρλ Χούμαν (Carl Humann) με ανασκαφές που έκανε στην Πέργαμο από το 1878 μέχρι το 1886. Είχε παρατηρήσει την ύπαρξη αρχαιοτήτων εκεί από το 1864, όταν επισκέφθηκε την Πέργαμο ως μηχανικός επιβλέπων την κατασκευή δρόμων στην περιοχή. Είδε τότε εκεί ότι οι Τούρκοι εργάτες κατέστρεφαν αρχαία ευρήματα και τα έστρωναν να γίνουν δρόμος. Με την ιδιότητά του ως επιβλέπων μηχανικός παρενέβη και σταμάτησε την καταστροφή, ενώ συγχρόνως ζήτησε από τη γερμανική κυβέρνηση την άδεια να κάνει ανασκαφές εκεί.

Επειτα από διαπραγματεύσεις μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας, που κράτησαν 14 χρόνια, πήρε τελικά την άδεια το 1878, τόσο από τη γερμανική κυβέρνηση όσο και από την οθωμανική. Η συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας προέβλεπε ότι όλα τα ευρήματα θα ανήκουν στην ιδιοκτησία των Γερμανών αρχαιολόγων. Με την υποστήριξη του Μουσείου Γλυπτικής του Βερολίνου και τη χρηματοδότηση του Γερμανού αρχαιολόγου καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βιέννης Alexander Conze, o Χούμαν άρχισε αμέσως τις ανασκαφές, που διήρκεσαν οκτώ χρόνια. Στη συνέχεια τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στις ακτές της Μικράς  Ασίας και από εκεί με πλοία του γερμανικού πολεμικού ναυτικού στη Γερμανία.

Τα ευρήματα ήταν εκατοντάδες σπασμένα κομμάτια και οι Γερμανοί αρχαιολόγοι δούλεψαν πάνω από 20 χρόνια για να τα συναρμολογήσουν και να τα συγκολλήσουν στην αρχική τους μορφή. Το αποτέλεσμα κατέπληξε τον κόσμο (μερικοί λένε ότι οι αρχαιότητες της Περγάμου είναι ισάξιες με αυτές του Παρθενώνα) και η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε το 1910 να κάνει ένα ολόκληρο μουσείο στο κέντρο του Βερολίνου για να τις στεγάσει. Το μουσείο αυτό περατώθηκε το 1930 και στην πρόσοψή του μπήκε μια τεράστια επιγραφή με τα ελληνικά κεφαλαία γράμματα Μουσείο της Περγάμου, η οποία παραμένει μέχρι σήμερα.

Δεν νομίζω, συνεπώς, ότι είναι σωστό να επιστραφεί στην Τουρκία ο βωμός της Περγάμου, διότι αν δεν ήσαν οι Γερμανοί, σπασμένα κομμάτια του βωμού αυτού θα είχαν γίνει δρόμος στην Τουρκία, ενώ ο υπόλοιπος βωμός θα ήταν άγνωστος, θαμμένος σε συντρίμμια κάτω από τον δρόμο αυτόν.

Γεωργιος Κουλουκης, Δικηγόρος, Αθήνα

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ