ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Η Διεθνής της μισαλλοδοξίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η πρόσφατη νίκη του Μπέντζαμιν Νετανιάχου στο Ισραήλ, έγραφε πριν από λίγες ημέρες ο Roger Cohen στους New York Times, αποτελεί ένα μάθημα για όσους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ πιστεύουν πως θα κερδίσουν εύκολα τον Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2020. Ο Τραμπ, σημειώνει ο Cohen, θα μιμηθεί την επιτυχημένη συνταγή του Νετανιάχου. Η συνταγή είναι σχετικά απλή: συγκεντρώστε στο στρατόπεδό σας εθνικιστές και φανατικά θρησκευόμενους ψηφοφόρους, προσθέστε στο ενδιαφέρον σας για ισχυρή οικονομία μια στάλα φόβου και αβεβαιότητας για το μέλλον, πασπαλίστε τα με εκκλήσεις για ισχυρή ηγεσία και αποτελεσματικότητα, ρίξτε και μια δόση ρατσισμού. Μη σας τρομάζουν οι κατηγορίες που θα αντιμετωπίσετε, τελικά η νίκη θα είναι δική σας.

Η συνταγή της ενστάλαξης του φόβου και του μίσους δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους το τελευταίο διάστημα, κινείται το ίδιο γρήγορα με την παγκοσμιοποίηση. Στη Βραζιλία, στις προεδρικές εκλογές του περασμένου έτους, ο Μπολσονάρο έκανε μια «υπέροχη» καμπάνια ακολουθώντας αυτήν ακριβώς την ατζέντα και βεβαίως νίκησε.

Το βιογραφικό του ως πρώην αξιωματικού του στρατού ήταν απολύτως συμβατό με τις διακηρύξεις του για επαναφορά της θανατικής ποινής, ισχυρή ηγεσία και μηδενική ανοχή στην παραβατικότητα.

Στην Ινδονησία, ο επανεκλεγμένος πρόεδρος Ουιντότο τον μιμήθηκε εξαιρετικά, όπως αποδείχθηκε. Εξάλλου, ο «ιερός πόλεμος» ενάντια στα ναρκωτικά επιτρέπει να ειπωθούν και να γίνουν τα πάντα. Στην Ινδία, η κυβέρνηση Μόντι, παρατηρώντας τα ποσοστά της να πέφτουν, πείσθηκε πως οι εθνικιστικοί τόνοι έπρεπε να ανεβούν.

Εκτιμήθηκε πως η κλιμάκωση της έντασης με το Πακιστάν και η δραματουργία μιας στρατιωτικής σύγκρουσης με τη γειτονική χώρα θα μπορούσε να επανασυσπειρώσει τους μάλλον απογοητευμένους από τη θητεία Μόντι ινδουιστές ψηφοφόρους. Η συνταγή δεν είναι καινούργια: λίγη αυξημένη δόση αντι-ισλαμικού μένους πάντα κάνει καλό στην εκλογική υγεία των ινδουιστών υποψηφίων. Εξάλλου, οι δημοσκοπήσεις ενόψει των βουλευτικών εκλογών του φετινού Απριλίου δείχνουν να επιβραβεύουν αυτήν τη στρατηγική. Τα ποσοστά του Ναρέντρα Μόντι ανέβηκαν σημαντικά έναντι του αντιπάλου του Ραχούλ Γκάντι. Σήμερα, ο απερχόμενος πρωθυπουργός δείχνει κοντά σε νέα θητεία.

Για την επιτυχία της συνταγής αυτής στην Ευρώπη δεν χρειάζεται να μιλήσει κανείς ιδιαίτερα. Η ρητορική του εθνοφυλετικού φόβου και του μίσους κατάφερε μέσα σε τριάντα χρόνια να βγει από το περιθώριο και να γίνει ο μεγάλος πρωταγωνιστής των εκλογικών αναμετρήσεων σε αρκετές χώρες. Η Γαλλία έχει την πρωτοκαθεδρία σε αυτό και η συμβολή του Λεπέν τη δεκαετία του 1980 υπήρξε αναμφισβήτητη. Ο Γάλλος ακροδεξιός πολιτικός πέτυχε μέσα σε λίγες δεκαετίες να κάνει την ατζέντα του αντικείμενο του δημόσιου διαλόγου και κομμάτι της δημόσιας αντιπαράθεσης μεταξύ των καθιερωμένων κομμάτων. Η Μαρίν Λεπέν συνέχισε, με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία από τον πατέρα της.

Παραλλαγές αυτής της στρατηγικής είδαμε τα τελευταία χρόνια και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Μεγάλη Βρετανία, που, εξαιτίας της επικράτησης της ατζέντας του φόβου και του μίσους για την Ευρώπη και τους μετανάστες, οι πολιτικές ελίτ οδηγήθηκαν τελικά στην αυτογελοιοποίηση· και η Ιταλία, όπου ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ματέο Σαλβίνι πρωταγωνιστεί καθημερινώς στη θεατρική παράσταση που ο ίδιος ανεβάζει και θα μπορούσε να έχει τον τίτλο: «Πόσο μίσος για τους πρόσφυγες ενσταλάξατε σήμερα;» ή «Η κακιά Ευρώπη και η φτωχή Ιταλία».

Πολλοί αποδίδουν τη μόδα «φόβος και μίσος» στις τεχνολογικές εξελίξεις της επικοινωνίας και στα νέα μέσα. Το Διαδίκτυο, ισχυρίζονται, προκάλεσε διασπορά ψευδών ειδήσεων, έκρηξη των θεωριών συνωμοσίας και ενισχυμένη επιθετικότητα. Η αγένεια και η ανοησία έχουν τόσο πολύ κυριαρχήσει στη δημόσια σφαίρα, που γεννούν ιδέες για αξιοποίησή τους. Κάποιοι πολιτικοί αρπάζουν την ευκαιρία. Αυτοί, λοιπόν, χάρη στο αγενές και επιθετικό ύφος τους, συχνά και χάρη στον θεατρινισμό τους, καταφέρνουν να πείσουν πως αντιτίθενται στη δαιμονοποιημένη «πολιτική ορθότητα» και εκφράζουν τον «μέσο» άνθρωπο.

Αλλοι ερμηνεύουν την κατάσταση ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της ανασφάλειας των ψηφοφόρων για το μέλλον· κάτι δηλαδή σαν τον ευρωπαϊκό Μεσοπόλεμο. Αρκετοί, πάλι, θεωρούν πως πρόκειται για μία από τις συνέπειες της δυτικής μεταπολεμικής συναίνεσης. Επειδή, με άλλα λόγια, τα πολιτικά προγράμματα μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, σημαντικός αριθμός ψηφοφόρων, προκειμένου να εκφράσει τη διαμαρτυρία του ή τους φόβους του, καταφεύγει σε αντισυστημικές προτάσεις.

Επιπλέον, η πολιτική των εθνικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων εκκρίνει πολύ περισσότερη «αδρεναλίνη» συγκριτικά με τις «ανούσιες» και τεχνοκρατικού χαρακτήρα εξειδικευμένες πολιτικές συζητήσεις, που ο μέσος ψηφοφόρος δυσκολεύεται να κατανοήσει. Η πολιτική των ταυτοτήτων και του μίσους ζωηρεύει και απλουστεύει τα πράγματα, συμβάλλοντας στην αναζήτηση ισχυρών ηγεσιών. «Δεν θέλω να ζήσω στη Ρωσία του Πούτιν, αλλά θέλω έναν ηγέτη σαν τον Πούτιν», μας λένε.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια του Καρόλου στην Πράγα και της Κεράλα στην Ινδία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ