ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα υγιή πλεονάσματα του προϋπολογισμού αναπτύσσουν τη χώρα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ*, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΠΟΥΝΙΔΗΣ**

Εάν οι κυβερνήσεις χρειάζονταν χρήματα για τα προγράμματά τους, μπορούσαν να πάνε στις επιχειρήσεις και στους πλουσίους να τους φορολογήσουν. Δεν το έκαναν όμως. Αντίθετα, δανείζονταν τα χρήματα από αυτούς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα τραγικά λάθη της παλαιοκομματικής νοοτροπίας των πολιτικών ήταν η αύξηση των πρωτογενών δημοσίων καταναλωτικών δαπανών την προηγούμενη δεκαετία, η οποία γινόταν με δανεικά χρήματα, με σκοπό να ξεγελαστούν οι ψηφοφόροι (πλαστή ευημερία) και την υφαρπαγή των ψήφων τους. Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα έπρεπε να συλλέξουν φόρους από δύο κατηγορίες φορολογουμένων:

Από τη μία μεριά, οι επιχειρήσεις και οι πλούσιοι ήθελαν τις κυβερνήσεις να τους υπηρετούν και να μην τους φορολογούν.

Από την άλλη πλευρά, οι πολίτες επιθυμούσαν επίσης το ίδιο. Ηθελαν την κυβέρνηση να τους ωφελεί και να μην τους φορολογεί.

Αυτό έφερνε τους πολιτικούς σε ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα, διότι από τις επιχειρήσεις και τους πλούσιους χρειάζονταν τα χρήματα για την πολιτική τους δράση και από τον λαό χρειάζονταν τις ψήφους.

Συνήθως, οι κυβερνήσεις επέλεγαν την παρακάτω λαϊκιστική λύση: Εδιναν και στις δύο πλευρές αυτό που ήθελαν, δηλαδή, τους φορολογούσαν ελάχιστα και έλυναν το πρόβλημα των δαπανών με δανεισμό.

Το αποτέλεσμα ήταν, μόνο την οκταετία 2001-2009, οι δαπάνες να αυξηθούν 135,20% και τα έσοδα μόνο 42,28%. Δηλαδή η αύξηση των δαπανών ήταν τριπλάσια της αύξησης των εσόδων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν να διπλασιαστεί το χρέος. Η χώρα αύξησε τον δανεισμό της κατά 96,64% δανειζόμενη 146,8 δισ. σε οκτώ έτη, δηλαδή κατά μέσον όρο 18,35 δισ. ετησίως. Το 80% περίπου των δανείων καταναλώθηκε για να καλύψει το ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος. Και δυστυχώς τα ελλείμματα δημιουργούνταν από δαπάνες για μισθούς και συντάξεις και όχι από αναπτυξιακές επενδύσεις. Οταν τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού δαπανώνται σε επενδύσεις που επιφέρουν ανάπτυξη και έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία, είναι αποδεκτά, για ορισμένα χρόνια όμως, γιατί συμβάλλουν στην ανάπτυξη και στην απασχόληση.

Η λύση αυτή ήταν πολύ καλή για όλους. Οι πολίτες δεν γνώριζαν τι ακριβώς συνέβαινε. Δεν πλήρωναν αρκετούς φόρους (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), απολάμβαναν τις κρατικές υπηρεσίες και ήταν αρκετά χαρούμενοι.

Οι πλούσιοι ήταν εξίσου χαρούμενοι. Επαιρναν αυτό που ήθελαν: δεν πλήρωναν τους φόρους που θα έπρεπε, αλλά είχαν και ένα έξτρα μπόνους.

Τα χρήματα που δεν πλήρωναν σε φόρους ήταν τα χρήματα που δάνειζαν στην κυβέρνηση για να καλύπτει το δημόσιο έλλειμμα. Αυτός είναι ο λόγος που οι πλούσιοι δεν ενοχλούνται από τα ελλείμματα διότι κερδίζουν διπλά.

Εάν οι κυβερνήσεις χρειάζονταν χρήματα για τα προγράμματά τους, μπορούσαν να πάνε στις επιχειρήσεις και στους πλούσιους να τους φορολογήσουν. Δεν το έκαναν όμως. Αντίθετα, δανείζονταν τα χρήματα από αυτούς.

Δηλαδή το έλλειμμα είναι μια υπηρεσία προς τους πλουσίους, αφού βρίσκουν πού να δανείζουν με ασφάλεια τα χρήματά τους και να απολαμβάνουν τους τόκους.

Σήμερα, η εξάλειψη των ελλειμμάτων και το πέρασμα σε πρωτογενή πλεονάσματα προσφέρει μια σημαντική υπηρεσία προς όλους τους πολίτες, καθώς αυτοί δεν θα επιβαρύνονται με επιπλέον φόρους για να πληρώνονται τα ελλείμματα.

Η επίτευξη και διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων (τόσο του κρατικού προϋπολογισμού όσο και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών) αποτελεί την πιο αναγκαία προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, που με τη σειρά της αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της ανάπτυξης στη χώρα. Κατά τη διάρκεια της κρίσης το πρώτο πρωτογενές πλεόνασμα των 2,9 δισ. εμφανίστηκε το 2013 και έχει ήδη συμβάλει στη σημαντική εισροή επιχειρηματικών κεφαλαίων στη χώρα για χρηματοδότηση της ανάπτυξής της. Περαιτέρω συμβολή θα έχουν το πρωτογενές πλεόνασμα 4% επί του ΑΕΠ του 2017, περίπου 3,8% το 2018 και 4,4% που προβλέπει το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2019.

Εάν τα πρωτογενή πλεονάσματα προέρχονται εξαιτίας της μείωσης των δαπανών, της ανάπτυξης της οικονομίας, και από τη φορολόγηση των πλουσίων, θα συμβάλουν στην προσέλκυση σημαντικών ξένων άμεσων επενδύσεων και στην αύξηση των εισοδημάτων με διεθνώς ανταγωνιστική και μόνιμη απασχόληση που κανείς δεν μπορεί να την κλονίσει (και όχι με μη παραγωγική απασχόληση που χρηματοδοτείται με συνεχή δανεισμό από το εξωτερικό).

Επίσης, θα συμβάλουν στην επιστροφή των ελληνικών καταθέσεων στη χώρα και στην αύξηση της πιστωτικής επέκτασης των τραπεζών που θα δώσουν νέα ώθηση στην ανάπτυξη και στην αύξηση της απασχόλησης και των εγχώριων εισοδημάτων.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα θα μπορούν να παίξουν τον ίδιο αναπτυξιακό ρόλο για την Ελλάδα όπως αυτός που επέχουν τα τεράστια συναλλαγματικά διαθέσιμα και τα πλεονάσματα στο εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που διατηρούν συστηματικά τις τελευταίες 10ετίες η Κίνα, η Ν. Κορέα, η Βραζιλία, η Γερμανία (η οποία έχει πλεονάσματα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950) και ακόμη και η Τουρκία. Επίσης, με σημαντικά πλεονάσματα πραγματοποιήθηκε η μεγάλη ανάπτυξη της Ιαπωνίας έως το 1990, ενώ με σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα στην περίοδο 1995-2002 πέτυχε και η Ελλάδα την ανάκαμψη της οικονομίας της μετά το 1995 και τη μετέπειτα πανηγυρική ένταξή της στη Ζώνη του Ευρώ το 2001 (πηγή: δημοσιευμένα στοιχεία της Alpha Βank).

Επομένως, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα μπορούσαν να αποτελούν αναπτυξιακό παράγοντα στη φάση κατά την οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία, και όχι αντιαναπτυξιακό όπως ισχυρίζονται ορισμένοι κομματικά καθοδηγούμενοι αναλυτές.

Εάν όμως τα πλεονάσματα δεν προέρχονται από τη μείωση της κρατικής σπατάλης, από την ανάπτυξη της οικονομίας και από τη φορολόγηση των πλουσίων, αλλά από την υπερφορολόγηση των αδύναμων στρωμάτων και την καταστροφή της μεσαίας τάξης, όπως συμβαίνει στη χώρα μας, θα οδηγήσουν μοιραία σε περαιτέρω επιδείνωση της οικονομίας και της απασχόλησης. Η αδυναμία πάνω από το 50% των φορολογουμένων να πληρώνουν τους φόρους τους, η αύξηση των απλήρωτων φόρων κατά μέσον όρο ένα δισ. τον μήνα, η αδυναμία των αυτοαπασχολουμένων να πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές, το τεράστιο ποσοστό δανειοληπτών που αδυνατεί να αποπληρώσει τα δάνεια, η σχέση εργαζομένων-συνταξιούχων είναι 1,3 προς ένα αντί να είναι 4 προς ένα, η μετανάστευση πάνω από 500.000 νέων, δείχνουν ότι τα πλεονάσματα της χώρας μας δεν είναι υγιή.

* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι επίκουρος καθηγητής, οικονομολόγος, Πολυτεχνείο Κρήτης.

** Ο Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης είναι καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης, ακαδημαϊκός, Βασιλική Ακαδημία Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών της Ισπανίας. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ