Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Αβεβαιότητα στα Σκόπια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παρά τις έντονες διαφωνίες στο εσωτερικό της Ελλάδας, είναι σαφές ότι όποια κυβέρνηση και αν προκύψει από τις επόμενες εθνικές εκλογές, η ελληνική πλευρά θα εφαρμόσει κανονικά τη συμφωνία των Πρεσπών. Ο μεν ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρμαχος της συμφωνίας, διαμηνύει σε όλους τους τόνους τα οφέλη της και θα την προωθήσει όπου και όσο έχει τη δυνατότητα. Η δε Νέα Δημοκρατία είναι κόμμα που αναγνωρίζει τη θεσμική συνέχεια του κράτους και έχει αποδείξει ότι ανταποκρίνεται στην ιστορική της ευθύνη.

Ωστόσο, στη γειτονική εύθραυστη δημοκρατία το τοπίο είναι θολό. Μετά την αποτυχία του δημοψηφίσματος και την οριακή και υπό διεθνή «πίεση» επικύρωση της συμφωνίας, το διχαστικό περιβάλλον αντανακλά μια διάχυτη αβεβαιότητα.

Στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών που διεξήχθησαν την Κυριακή, ο υποστηριζόμενος από τον κυβερνητικό συνασπισμό, καθηγητής Στέβο Πεντάροφσκι, και η επίσης ακαδημαϊκός αντίπαλός του, Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα, η οποία στηρίχθηκε από την εθνικιστική αντιπολίτευση, ουσιαστικά ισοψήφησαν λαμβάνοντας και οι δύο λίγο πάνω από 42%.

Η κ. Σιλιάνοφσκα έχει επικρίνει τη συμφωνία και έχει ταχθεί υπέρ μιας επαναδιαπραγμάτευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα παρεμποδίσει την υλοποίησή της, αφού σε συγκεκριμένες αναφορές έχει αφήσει να εννοηθεί πως θα τη σεβαστεί. Αλλά για να είναι έγκυρη η εκλογική διαδικασία, θα πρέπει στον δεύτερο γύρο να συμμετάσχει τουλάχιστον το 40% του εκλογικού σώματος, κάτι καθόλου βέβαιο μετά την τεράστια αποχή του πρώτου γύρου, στον οποίο ψήφισε μόλις το 41%. Ο κίνδυνος μεγαλύτερης αποχής αυξάνεται και από το γεγονός ότι πιθανώς να περιορισθεί η συμμετοχή των Αλβανών, καθώς στον δεύτερο γύρο της 5ης Mαΐου δεν θα υπάρχει Αλβανός υποψήφιος.

Εάν, λόγω αποχής, δεν καταστεί δυνατή η εκλογή προέδρου, το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα θα ασκεί για τους επόμενους έξι μήνες ο Αλβανός νυν πρόεδρος της Βουλής. Το ήδη αβέβαιο πολιτικό σκηνικό στη γείτονα θα καταστεί ακόμη πιο σύνθετο.

Αυτά σε μια συγκυρία όπου η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να προχωρήσει με ταχείς ρυθμούς την ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων ώστε να αναδειχθεί ο σταθεροποιητικός ρόλος της στα Βαλκάνια, να αυξηθεί η καλώς νοούμενη ελληνική διείσδυση –στρατιωτική, πολιτική, οικονομική– στη γειτονική χώρα και να αποτραπούν άλλες επιρροές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ