Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η ταπείνωση των ελληνικών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είτε είσαι θρησκευόμενος είτε δεν είσαι, αν μη τι άλλο τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. Και δεν αναφέρομαι μόνον στο ιστορικό της βάθος όταν διαπιστώνεις πως με λίγη συγκέντρωση μπορείς να κατανοήσεις τη γλώσσα των Ευαγγελίων. Αναφέρομαι κυρίως στην εκφραστική της δύναμη, στη δυνατότητά της να γεννάει αισθήματα, ή να ξυπνάει άλλα, που σαν να ντρέπονται κρύβουν το πρόσωπό τους στην καθημερινότητά σου. Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών. Ούτε τα σχολικά θρανία σου την προσφέρουν ούτε ο δημόσιος λόγος, ούτε καν η «γλώσσα του λαού» που εξιδανίκευσε η γενιά του τριάντα και εξαφανίστηκε μαζί με τον λαό. Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αναρωτιέμαι πόσες λέξεις χρησιμοποιεί η ακατάσχετη φλυαρία των πανταχού παρόντων κινητών για να ικανοποιηθεί ο χρήστης τους; Ελάχιστες υποθέτω και θα άξιζε κάποιοι ειδικότεροι εμού να ερευνήσουν το φαινόμενο απ’ αυτήν τη σκοπιά, όπως και την αντανακλαστική χρήση της γλώσσας από τα κοινωνικά δίκτυα.

Επανέρχομαι στα ελληνικά. Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας. Μαζί με τα εβραϊκά η αρχαιότερη γλώσσα του δυτικού πολιτισμού, με τη διαφορά ότι τα ελληνικά, σε αντίθεση με τα εβραϊκά δεν έπαψαν ποτέ να μιλιούνται. Εζησαν τόσους αιώνες, άφησαν πίσω τους κείμενα χωρίς τα οποία η σκέψη δεν θα ήταν αυτή που κατάφερε να γίνει, δημιούργησαν μεγάλη τέχνη και κινδυνεύουν να σβήσουν από τον χάρτη όχι επειδή κάποιος τα εχθρεύεται, αλλά επειδή οι Ελληνες που τα κληρονόμησαν αδιαφορούν για την ύπαρξή τους. Αδιαφορία που πηγάζει στο αίσθημα της ήττας, βασικό στοιχείο ταυτότητας του σύγχρονου ελληνισμού, και πιστεύω ότι χρωστάει πολλά στις ατέλειωτες διαμάχες του λεγόμενου «γλωσσικού ζητήματος» που μας κούρασαν. Αντί να δημιουργούμε σκέψη τσακωνόμασταν για τους τύπους που θα μας επέτρεπαν να παράγουμε σκέψη. Απόδειξη ότι το «γλωσσικό» ήταν ένα επίπλαστο πρόβλημα, ανάμεσα στα χιλιάδες άλλα, είναι ότι δεν ήταν πρόβλημα ούτε για τον Σολωμό ούτε για τον Κάλβο. Αυτοί είχαν την ποίησή τους, και η ποίησή τους τα ελληνικά της. Πρόβλημα υπήρξε για τον Μιστριώτη ή τον Ψυχάρη που δεν είχαν καμία σχέση με την ποίηση και τρώγονταν για τους τύπους.

Την περασμένη εβδομάδα έγραψα για το κληροδότημα της δικτατορίας, και τις παγίδες που έβαλε στη δημοκρατία, όπως η τρομοκρατία, το φοιτητικό κίνημα, και η δυσπιστία απέναντι στους συμμάχους μας, κατά προτίμηση στη Δύση. Η ταπείνωση των ελληνικών είναι επίσης μέρος του κληροδοτήματος. Ξεκίνησε από τους ίδιους τους συνταγματάρχες με προεξάρχοντα τον Παπαδόπουλο ο οποίος γελοιοποίησε την καθαρεύουσα και άνοιξε τον δρόμο για τη συστηματική απαξίωση των ελληνικών που ακολούθησε σαν σκιά τη μεταπολίτευση. Αν είσαι δημοκράτης οφείλεις να ξεχάσεις την καθαρεύουσα. Κι ας μιλάς τα ξύλινα κουκουέδικα. Η χρήση της δημοτικής ήταν πιστοποιητικό εκδημοκρατισμού. Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα. Το αποτέλεσμα είναι ότι περιορίσαμε τη γλώσσα σε ένα ιδίωμα το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για την πολιτιστική ηγεμονία της Αριστεράς και το υιοθέτησε και η Δεξιά επειδή ζήλευε τη δημοτικότητά της. Η περίπου γλώσσα του σημερινού πρωθυπουργού είναι προϊόν αυτής της πολιτικής. Οποτε πάει να ξεφύγει από το υποτυπώδες λεξιλόγιο που κατέχει συγκρούεται με λέξεις άγνωστες που τον εκδικούνται γελοιοποιώντας τον.

Το ερώτημα είναι αν η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Τιτάνιο το έργο, ειδικά όταν η εκπαίδευση μαθαίνει στους μαθητές της πώς να μη διαβάζουν. Κυρίως δε λογοτεχνία. Μόνον εκεί το παιδί θα βρει τον τρόπο να απελευθερωθεί από την ταπείνωση της γλώσσας του και να αντιληφθεί τη δύναμή της. Ποιοι είναι ικανοί να το κάνουν αφού η πλειονότης των εκπαιδευτικών έχει γαλουχηθεί στην ορφάνια μιας γλώσσας που δεν έχει ούτε ιστορικό ορίζοντα ούτε σοβαρά επιχειρήματα για να την αγαπήσεις. Προς το παρόν ας το παραδεχθούμε: φτιάχνουμε νέες γενιές που θεωρούν τα ελληνικά βάρος, αφού θα προτιμούσαν η μητρική τους να είναι η αγγλική.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ