Ο απαλός ανοιξιάτικος ήλιος φωτίζει τις πτυχές της θάλασσας, που καθώς πάλλεται ελαφρά μοιάζει με ένα καταγάλανο ύφασμα. Το νερό κινείται ελάχιστα, μετά βίας χαϊδεύει την ακρογιαλιά, αφήνοντας έναν ανεπαίσθητο παφλασμό. Αυτός είναι ο μοναδικός ήχος που θα ακούσεις, όσο κι αν προσπαθήσεις. 

Η αμμουδιά φέρει ακόμα τα σημάδια του χειμώνα. Ξεραμένα φύκια ανακατεμένα με μικρά κοχυλάκια, πού και πού κανένα μικρό σκουπίδι που έχει ξεβράσει η θάλασσα. Μια αμμουδιά που συνεχίζεται για 3,5 χιλιόμετρα χωρίς κανένα εμπόδιο, χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση, σχεδόν χωρίς ίχνη, χάρη στις βροχές των ημερών που προηγήθηκαν. Αν καθίσεις στη στεγνή –αλλά όχι ακόμα καυτή– άμμο και αφήσεις το βλέμμα σου να χαθεί στον ορίζοντα, μετά από λίγο νιώθεις σαν να βουλιάζεις. 

Εκεί όπου τελειώνει η άμμος αρχίζει μια διστακτική βλάστηση. Ένα μικρό χαλί με αγριολούλουδα και πράσινα χόρτα ξεκινά από το όριο της ακτής και χάνεται προς το εσωτερικό της ξηράς, δημιουργώντας μικρά χρωματιστά κύματα ανάμεσα στους θάμνους και στα δέντρα: τις υπέροχες, ευθυτενείς κουκουναριές και τα πεύκα με το ακανόνιστο σχήμα τους. Ο πιο παρατηρητικός θα προσέξει ότι οι θάμνοι είναι λιγοστοί και η χαμηλή βλάστηση περιορισμένη. Θα προσέξει επίσης ότι κάποια από τα πεύκα είναι «ασβεστωμένα», συνήθως γύρω από ένα μικρό ξέφωτο. Μικρές εκτάσεις με χαλίκια, κάποιο «άσχετο» καλλωπιστικό φυτό, παλιά παρτέρια ή τα απομεινάρια ενός τσιμεντένιου δαπέδου ενισχύουν την αίσθηση ότι κάτι υπήρχε εκεί.

 

 

Η εικόνα της παραλίας και του παράκτιου δάσους του Εθνικού Πάρκου στον Σχινιά ελάχιστα παραπέμπει πλέον σε εκείνη που επικρατούσε στον ίδιο χώρο μέχρι μόλις πριν από έναν χρόνο. Οι πέντε ταβέρνες που παράνομα (με την κάλυψη του Δήμου Μαραθώνα, την υποστήριξη ακόμα και βουλευτών και την ανοχή των αρχών) λειτουργούσαν στην περιοχή, έχοντας «απλωθεί» από το δάσος έως την παραλία, κατεδαφίστηκαν στις αρχές του 2018. Στα είκοσι χρόνια που εκμεταλλεύονταν την περιοχή, είχαν πολλαπλασιάσει τις παράνομες εγκαταστάσεις τους, προσθέτοντας δωμάτια, χώρους, στέγαστρα, τσιμεντωμένες αυλές και μετατρέποντας το προστατευόμενο δάσος σε έναν ατελείωτο χώρο στάθμευσης. Σήμερα, το μόνο που έχει μείνει από όλα αυτά, εκτός από κάποια τσιμεντένια απομεινάρια, είναι ένα εκκλησάκι-παράπηγμα: η ύπαρξη ενός σταυρού και μερικών εικόνων ήταν αρκετή για να «καθαγιάσει» και να νομιμοποιήσει την παρανομία. 

Ευτυχώς, αυτό είναι το μόνο. Μέσα σε έναν χρόνο η φύση έχει ήδη αρχίσει να κλείνει τις «πληγές» του πολυετούς βιασμού της: η βλάστηση έχει αρχίσει να καλύπτει τα κενά. Ο Σχινιάς έχει επανέλθει στη φυσική του μορφή, ανήκοντας σε όλους και όχι... στους επιτήδειους. 

 

 

Η υπόθεση, βέβαια, δεν έχει ακόμα τελειώσει. Για να αναγεννηθεί το δάσος, που σήμερα γερνά επειδή τα χαμηλά στρώματα βλάστησης κουρεύονταν συστηματικά από τους ταβερνιάρηδες, πρέπει να κλείσουν όλες οι προσβάσεις που φέρνουν το αυτοκίνητο μέσα στο δάσος. Ο φορέας διαχείρισης πρέπει να ενισχυθεί, ώστε να προσλάβει φύλακες και να εμποδίσει τη μετατροπή του δάσους σε... χώρο μπάρμπεκιου. Ο Δήμος Μαραθώνα πρέπει να ενδιαφερθεί και να δημιουργήσει μια τοπική συγκοινωνία που να συνδέει την ακτή με τα κοντινότερα πάρκινγκ. Η αστυνομία πρέπει να συνδράμει ενεργά, ώστε ο χώρος να κλείνει εντελώς όταν υπάρχει κίνδυνος πυρκαγιάς. 

Μέχρι τότε όμως, ας μείνουμε με την ομορφιά της ανοιξιάτικης ακτής στην πιο αγνή της μορφή: χωρίς ξαπλώστρες, χωρίς ταβέρνες και άλλες... εξυπηρετήσεις. Μια εικόνα από περασμένες δεκαετίες, μόλις 40 χιλιόμετρα από το κέντρο της πρωτεύουσας. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ