ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Τα κλειδιά της Κυριακής

Ούρσουλα Φώσκολου

Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο παππούς μου έβγαζε όλη την οικογένεια από τα ρούχα της ήταν το κουδούνισμα των κλειδιών του στην ησυχία της κυριακάτικης λειτουργίας. Οι θέσεις μας στα στασίδια της εκκλησίας ήταν απαρέγκλιτα ίδιες: μπροστά η μαμά με τη μικρή μου αδελφή, πίσω εγώ με τον πατέρα, αριστερά στον μεγάλο πάγκο η γιαγιά κι ένα δυο καθίσματα μπροστά της ο παππούς ο Αλέκος μόνος, με τα πόδια να κοιτούν τον διάδρομο. Σκυφτός, με το σακάκι ξεκούμπωτο να κρέμεται δεξιά κι αριστερά, είχε τα χέρια του αραιά πλεγμένα μεταξύ τους, όχι σε στάση προσευχής, μα σαν να έπαιζε με κάποιον το παιχνίδι του σπάγκου. Η οικογένειά μου έχει μια σχέση φόβου με τον χρόνο. Ακόμη και τώρα, τόσα χρόνια μετά, πηγαίνουμε στα ραντεβού μας τουλάχιστον μισή ώρα πριν. Συνήθως καταλήγουμε να περιμένουμε στο αυτοκίνητο, να κάνουμε βόλτες ή να στεκόμαστε αμήχανα στον τόπο των ραντεβού, λέγοντας από μέσα μας: «Είναι πολύ νωρίς». 

Νωρίς φτάναμε και στην εκκλησία. Ο πατέρας, έτοιμος από τα χαράματα, κατέβαινε στο αυτοκίνητο και μας κόρναρε να κατέβουμε. Τελευταίος εμφανιζόταν ο παππούς, που μέχρι την τελευταία στιγμή κάτι έψαχνε: τη γραβάτα, το μαντίλι της τσέπης, το πορτοφόλι του. Στριμωχνόμασταν στο παλιό Ρόβερ και πέντε λεπτά αργότερα παρκάραμε μπροστά στην καθολική εκκλησία του Παγκρατίου. Η αδελφή μου
κι εγώ, αγουροξυπνημένες και μέσα στα νεύρα, ώσπου ν’ ανέβουμε τη μαρμάρινη σκάλα του ναού, βγάζαμε το άχτι μας γκρινιάζοντας πότε στη γιαγιά και πότε στη μάνα μας. Λίγο πριν σπρώξουμε τη βαριά ξύλινη πόρτα και μας πιάσει από τη μύτη το λιβάνι, είχαν τον τρόπο τους να μας επαναφέρουν στην τάξη: με ένα αυστηρό βλέμμα ή με την απειλή ότι θα στερηθούμε τη βόλτα στο ζαχαροπλαστείο. Παίρναμε έπειτα, σιωπηρά, τις θέσεις μας και ακουμπώντας το κεφάλι στον κρύο τοίχο, κλείναμε τα μάτια μετρώντας «χίλια ένα, χίλια δύο, χίλια τρία...», μία ώρα και είκοσι βασανιστικά λεπτά. 

Υποψιάζομαι πως κι ο παππούς βαριόταν. Τον έβλεπα να στριφογυρίζει τους αντίχειρες στον αέρα, να περνά το δάχτυλο μέσα από το κολάρο του πουκαμίσου, να χώνει τα χέρια στις τσέπες του σακακιού του και να ψάχνει. Εκεί ήταν που ανακάλυπτε τα κλειδιά του. Μια αρμαθιά όχι πολύ μεγάλη, αλλά μ’ ένα μπρελόκ μακρύ δερμάτινο της Μερσεντές, που συγκρατεί εδώ και κάποια χρόνια τα δικά μου –τρία– κλειδιά. Πιανόταν απ’ αυτή την αρμαθιά, σχεδόν μέχρι το τέλος. Τη γύριζε στην παλάμη του σαν κομπολόι. Στο «Πάτερ Ημών», στο «Πιστεύω», την ώρα που όλοι γονατίζαμε στον καθαγιασμό του άρτου, ο Αλέκος έκανε «γκλιν γκλιν». Δεν ξέρω αν ο παππούς μου πίστευε. Μου ’παν ότι στα τελευταία του –τυφλός, ανήμπορος, σκιά του εαυτού του– ανακάθισε στο κρεβάτι του για να μεταλάβει. Παρ’ όλ’ αυτά, λίγο πριν ξεψυχήσει, φώναξε «μαμά».      ■

* Το βιβλίο της Ούρσουλας Φωσκόλου «Το Κήτος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη, όπως και το μυθιστόρημα της Έλενας Μαρούτσου «Δύο», στο οποίο συμμετέχει ως δεύτερη φωνή.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ