ΜΟΥΣΙΚΗ

Αλλο το κοινό έξω, άλλο στην Ελλάδα

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Σωκράτης Σινόπουλος μετασχηματίζει την ελληνική παράδοση σε τζαζ. Το αναφιλητό της λύρας του σφραγίζει τις ηχογραφήσεις της Ελένης Καραΐνδρου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Οταν παίζει ο Σωκράτης Σινόπουλος, μπορώ να δω την Ιστορία να δονείται με τους αρχαίους ήχους των χορδών». Δεν το είχε πει όποιος κι όποιος, αλλά ο Τσαρλς Λόιντ, μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της σύγχρονης τζαζ. Και δεν είναι ο μόνος που έχει επαινέσει τον σημαντικότερο, σήμερα, Ελληνα δεξιοτέχνη της πολίτικης λύρας, με ανοικτή ματιά στις σύγχρονες προσεγγίσεις, με ήχο προσωπικό και αναγνωρισμένο διεθνώς.

Ο Σωκράτης Σινόπουλος μετασχηματίζει την ελληνική παράδοση σε τζαζ. Το αναφιλητό της λύρας του σφραγίζει τις ηχογραφήσεις της Ελένης Καραΐνδρου, ενώ ο ίδιος έγινε αφορμή να μάθουν πολλά νέα παιδιά λύρα και λαούτο.

Ο χρόνος του μοιράζεται στην Κεντρική Ευρώπη, σε συναυλίες που δίνει με το κουαρτέτο του σε φεστιβάλ κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας, ή σε μουσικές συναντήσεις με άλλους εκλεκτούς σολίστ, όπως ο τσελίστας Ζαν-Γκιγέν Κεράς, οι Bijan και Keyvan Chemirani, ο Τούρκος λυράρης Ντεριά Τιρκάν κ.ά. Τον υπόλοιπο χρόνο τον βρίσκουμε στην Αθήνα, και βέβαια στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, όπου διδάσκει.

Ισως γι’ αυτό άργησε να κάνει προσωπική δισκογραφία: «Μπορεί να είναι ωριμότητα ότι τα τελευταία χρόνια θέλησα να επικοινωνήσω το υλικό που είχα στο συρτάρι».

Πρώτα ήρθε το «Eight Winds», που απέσπασε διεθνώς θετικά σχόλια. Και τώρα το «Metamodal», όπου συναντώνται η παραδοσιακή και η λόγια μουσική με την τζαζ.

Σήμερα η παρουσίαση

Το νέο άλμπουμ, που κυκλοφόρησε από τη γερμανική ECM (και την AN Music), θα παρουσιαστεί σήμερα 5 Μαΐου, στον Φάρο του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Εδώ, ο Σ. Σινόπουλος επεξεργάζεται με το κουαρτέτο του και μουσικές ιδέες που κρατούσε 15 χρόνια στο συρτάρι. «Ενα συρτάρι μουσικές που ξεκίνησαν από μένα και προχώρησαν. Είναι η φύση αυτής της μουσικής που είναι πειραματική, αλλά έχει τις βάσεις της σε μουσικές παραδόσεις. Εχει έντονο το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Το δεύτερο βήμα ήταν να τα επεξεργαστούμε με τον Γιάννη Κυριμκυρίδη, τον Δημήτρη Τσεκούρα και τον Δημήτρη Εμμανουήλ. Κάποια κομμάτια δοκιμάστηκαν στις εμφανίσεις μας».

Αναρωτιέται κανείς πώς αντιλαμβάνονται τον λυγμό της λύρας στο εξωτερικό: «Ισως έρχονται με άλλες προσδοκίες, διότι η λύρα παραπέμπει στην ελληνική αρχαιότητα. Ομως, η μουσική τούς κερδίζει. Απολαμβάνουν την εμπειρία και ομολογώ ότι γενικώς είναι πολύ θερμό κοινό. Από τα σχόλιά τους κρατάω τη λέξη συγκίνηση – είναι σημαντικό να την ακούει ο μουσικός. Από την άλλη, το ελληνικό κοινό, ίσως επειδή έχει ακόμη περισσότερες προσδοκίες από ένα μουσικό όργανο ταυτισμένο με τη λαϊκή παράδοση, συχνά εγκλωβίζεται χάνοντας το ζητούμενο, το τι έχει να πει το γκρουπ».

Είναι το κοινό που συχνά τον ρωτάει για τις διαφορές που έχουν οι λύρες μεταξύ τους. «Στην αρχή της στροφής προς τα παραδοσιακά όργανα, που οφείλεται στα μουσικά σχολεία και σε ορισμένους ανθρώπους που λειτούργησαν ως πρότυπα για τους νέους μουσικούς, μετρούσαμε πράγματι τις διαφορές. Υπάρχουν η κωνσταντινουπολίτικη λύρα που παίζω εγώ, η κρητική, η ποντιακή, αλλά κι άλλες λύρες στην Καλαβρία, στην Κροατία, στη Βουλγαρία… Βρίσκοντας τη διαφορά, οριοθετείς τον χώρο σου για να εμβαθύνεις σε αυτό που θέλεις να κάνεις. Μελέτησα τη λόγια και τη λαϊκή μουσική της Πόλης. Βέβαια, πάντα πειραματιζόμουν, όμως κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως άρχισα να βλέπω πιο σφαιρικά τα πράγματα. Διαβάζοντας Ιστορία, κατάλαβα ότι όλες οι λύρες έχουν κοινό πρόγονο, διαδεδομένο στην εποχή του μεσαιωνικού Βυζαντίου. Η λύρα ήταν το βιολί της εποχής, άλλωστε προηγήθηκε αυτού. Ετσι διαδόθηκε στις περιοχές γύρω από την Κωνσταντινούπολη και κυρίως στις ελληνόφωνες περιοχές  της αυτοκρατορίας και παρέμεινε εκεί».

Λύρες από άλλους τόπους έχουν διαφορετικό μήκος χορδής. Εκείνος, ενσωματώνει στοιχεία κι από εκείνες. «Γι’ αυτό, τελευταία, όταν με ρωτούν, απαντώ απλώς ότι παίζω λύρα, δεν την προσδιορίζω. Ο διαχωρισμός δείχνει συγκεκριμένο τρόπο παιξίματος».

Από μικρός

Με τη μουσική καταπιάστηκε από μικρός, και το χρωστάει στους φιλόμουσους γονείς. Ο μικρός Σωκράτης άρχισε μουσικές σπουδές στο ωδείο της γειτονιάς με τη Μαρία Γαλάνη και τον Βασίλη Γρατσούνα,  συμμετείχε στη χορωδία του Γιάννη Τσιαμούλη, σπούδασε κλασική κιθάρα, βυζαντινή μουσική και δημοτικό τραγούδι στη σχολή του Σίμωνα Καρά, ολοκλήρωσε το 1997 τις μουσικολογικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ομως, λύρα πρωτάκουσε στα 14. «Το 1988, πήγα με τους γονείς μου στο “Μετρό” στου Γκύζη σε μια συναυλία του Ρος Ντέιλι. Με γοήτευσε ο ήχος της λύρας, και η προσωπικότητά του. Ενιωσα μια συγκίνηση που δεν μπορώ να περιγράψω. Ετσι νιώθω ακόμη όταν ακούω ωραίες μουσικές».

Εκανε λίγα μαθήματα με τον Ντέιλι, εκτός από εκείνα του ωδείου, και σύντομα κλήθηκε να παίξει στο συγκρότημά του, τον «Λαβύρινθο». «Αυτό με ξεκλείδωσε και με προχώρησε. Σημαντικό κεφάλαιο όμως ήταν και η γνωριμία με τη Δόμνα Σαμίου. Εμεινα πολλά χρόνια κοντά της, με είχε σαν γιο της κι εγώ εκείνη σαν μητέρα μου. Ηταν τεράστιο σχολείο και η ίδια και οι μουσικοί που γνώρισα μαζί της. Εχω μεγάλο υλικό αποθηκευμένο μέσα μου από τα ακούσματα των μουσικών παραδόσεων, που ασυνείδητα νομίζω ότι βγαίνει στα παιξίματά μου».

Ρωτάω πως ήταν η συνεργασία με τον πολυτάλαντο Μάνφρεντ Αϊχερ της 50χρονης πια ECM: «Ο παραγωγός είναι σημαντικό κομμάτι της παραγωγής που πρέπει να γνωρίζει όλα τα στάδιά της. Να είναι μουσικός, ηχολήπτης, να έχει σκηνοθετική ματιά για να προτείνει μια αλληλουχία με νόημα. Ηταν η πρώτη φορά που δούλεψα με έναν παραγωγό ο οποίος επαληθεύει την έννοια της λέξης».

Ο τεχνητός εξωραϊσμός

Είναι δύσκολος – ο Σ. Σινόπουλος δεν το αρνείται: «Ολοι οι άνθρωποι που είναι μοναδικοί είναι δύσκολοι για τους γύρω τους. Λειτούργησε, όμως, ως έμπνευση στο στούντιο. Συχνά οι μουσικοί εγκλωβιζόμαστε στο τεχνικό μέρος – να παίξουμε γρήγορα, καθαρά, σωστά στον ρυθμό, ακόμα και κουρδισμένα. Ετσι μπορεί να κάνουμε κάτι τεχνικά άρτιο, ξεχνώντας ωστόσο το αφήγημα. Είναι μεγάλο ζήτημα αυτό που συμβαίνει παγκοσμίως: ότι η δισκογραφία προσεγγίζει το άρτιο με τεχνητούς τρόπους. Οι περισσότεροι αγνοούν ότι τεχνητός εξωραϊσμός, αντίστοιχος του Photoshop, υπάρχει και στη μουσική. Ο Αϊχερ νοιάζεται για το καλλιτεχνικό μέρος – τα λάθη ακολουθούν. Οι λίγες παρατηρήσεις που μας έκανε ήταν να παίζουμε με περισσότερη ουσία και να αφήσουμε στην άκρη την επαγγελματική μας δεξιοτεχνία. Το άγχος, δηλαδή, να είναι όλα τέλεια για να εντυπωσιάσουμε τους ομοτέχνους μας. Μήπως, άλλωστε, οι παλιές, ιστορικές ηχογραφήσεις δεν γίνονταν μια κι έξω;».

Ο Σωκράτης Σινόπουλος και η γενιά του γνώρισαν την έξαρση των μουσικών γυμνασίων. «Ακόμα συμβαίνουν πράγματα. Υπάρχουν τμήματα στα ΑΕΙ, πυρήνες που εκκολάπτονται, πράγματα προς την κατεύθυνση της παραδοσιακής μουσικής αλλά με ευρύτερη έννοια. Περάσαμε τη φάση της διάσωσης – ότι τα πράγματα πρέπει να τα κάνουμε όπως οι παππούδες μας.  Οι νέοι μουσικοί είναι πιο απενοχοποιημένοι πια».

Τι συμβουλεύει τους φοιτητές του στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, όπου διδάσκει; «Εχουμε ανήσυχους, δημιουργικούς 18άρηδες στο πανεπιστήμιο. Εκτός από το να μελετάμε τις παραδόσεις των Βαλκανίων, της Aνατολικής Μεσογείου και της χώρας μας, τους ενθαρρύνω στο καλλιτεχνικό ταξίδι. Κάνουμε εξαιρετικές συζητήσεις…».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ