ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Λίντα Ρόουτενμπεργκ στην «Κ»: Η κρίση στην Ελλάδα δεν μας φόβισε

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

«Η ποιότητα αλλά και ο αριθμός των επιχειρηματιών που έχουν διεθνείς βλέψεις και είναι επίσης προσηλωμένοι στο να κάνουν τη διαφορά μέσα στην Ελλάδα αυξάνονται με εκθετικούς ρυθμούς», λέει η Λίντα Ρόουτενμπεργκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Λίντα Ρόουτενμπεργκ, συνιδρύτρια και CEO της Endeavor, του διεθνούς οργανισμού ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, πάσχει από το αμερικανικό μικρόβιο της ακατάσχετης αισιοδοξίας. Μιλώντας της, παρασύρεται κανείς, ξεχνάει την καταθλιπτική ανθεκτικότητα του ελληνικού βάλτου και τολμά να πιστέψει ότι όλα είναι εφικτά.

«Είμαι πολύ περήφανη με αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα και τον μικρό ρόλο που έχει παίξει η Endeavor σε αυτό», λέει στην «Κ». Βρισκόμαστε σε μια αίθουσα συναντήσεων στο νεοσύστατο Ergon House Athens, «το πρώτο foodie ξενοδοχείο στον κόσμο» (όπως αυτοδιαφημίζεται) και μία από τις επιχειρήσεις που στηρίζει η Endeavor στην Ελλάδα. «Η ποιότητα αλλά και ο αριθμός των επιχειρηματιών που έχουν διεθνείς βλέψεις, και είναι επίσης απολύτως προσηλωμένοι στο να κάνουν τη διαφορά στην Ελλάδα, αυξάνονται με εκθετικούς ρυθμούς. Και η υποστήριξη των μελών του Δ.Σ. και των mentors είναι τόσο γνήσια και ανοιχτόμυαλη που με γεμίζει ενθουσιασμό». 

Πώς ελήφθη η απόφαση να επεκταθεί η Endeavor στην Ελλάδα το 2012, σε μια εποχή που η κρίση βρισκόταν στο απόγειό της; «Αυτό ακριβώς με ρώτησε ο φίλος μου, ο Αντριου Ρος Σόρκιν, στο Squawkbox (εκπομπή στο δίκτυο CNBC). Του απάντησα ότι όταν μία οικονομία παίρνει την κατιούσα, η επιχειρηματικότητα αρχίζει να ανεβαίνει. Αν λοιπόν μπορούσαμε να στηρίξουμε κάποιους επιχειρηματίες που θα αποφάσιζαν να μείνουν στη χώρα, ή κάποιους που θα επέστρεφαν και θα δημιουργούσαν κάτι καινούργιο, αυτό θα είχε τεράστια συμβολική αξία. Και αυτό που με έχει εντυπωσιάσει έκτοτε είναι ότι πήγε τόσο καλά το εγχείρημα στην Ελλάδα, που μας οδήγησε να επεκταθούμε στην Ιταλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία, αλλά και σε πόλεις των ΗΠΑ».

Το ξεκίνημα

Γέννημα θρέμμα της Μασαχουσέτης, απόφοιτος του Harvard (όπου έγινε φίλη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη) και του Yale Law School, η Ρόουτενμπεργκ συνειδητοποίησε κατά τη διάρκεια των νομικών σπουδών της ότι το δικηγορικό επάγγελμα την απωθούσε. Οπως εξιστορεί, κάποιοι καθηγητές τη «λυπήθηκαν» και την έστειλαν στη Χιλή και την Αργεντινή, για να εποπτεύσει νέα εκπαιδευτικά και εκδοτικά εγχειρήματα.

«Ηταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90», θυμάται. «Ο Στιβ Τζομπς είχε μόλις επιστρέψει στην Apple. Υπήρχε μεγάλη έξαψη σχετικά με την επιχειρηματικότητα στις ΗΠΑ – για εταιρείες όπως η Netscape, η Yahoo κ.ά. Και όμως, στη Χιλή και στην Αργεντινή, αλλά και σε άλλες χώρες της περιοχής στις οποίες πέρασα χρόνο –Βραζιλία, Μεξικό– κανείς δεν ίδρυε επιχειρήσεις. Οταν τους ρωτούσες γιατί, απαντούσαν ότι δεν ανήκουν σε μία από τις δέκα πλουσιότερες οικογένειες, άρα πώς θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο; Η μόνη τους προσδοκία ήταν να βρουν μια δουλειά στον δημόσιο τομέα. Συνειδητοποίησα επίσης ότι δεν υπήρχε λέξη στη γλώσσα τους για την έννοια του entrepreneur, που να τον διαχωρίζει από τον μεγάλο, διαπλεκόμενο επιχειρηματία...» Ολα αυτά ηχούν πολύ γνώριμα σε ελληνικά αυτιά, παρατήρησα. «Αυτό ακριβώς θέλουμε να αλλάξουμε!» αναφωνεί.

Βλέποντας αυτήν την κατασπατάληση  ανθρώπινων δυνατοτήτων –τους πτυχιούχους μηχανολόγους που οδηγούσαν ταξί– η Ρόουτενμπεργκ αποφάσισε να αναλάβει δράση. Το 1997 ίδρυσε την Endeavor, ώστε να «υποστηριχθούν οι παλαβοί που έχουν μεγάλα όνειρα και που θέλουν να τα υλοποιήσουν». Εξι χρόνια αργότερα, λέει, ο επιμελητής του λεξικού της πορτογαλικής στη Βραζιλία τηλεφώνησε στην ομάδα της Endeavor στη χώρα και τους ενημέρωσε ότι εν μέρει εξαιτίας τους η νέα έκδοση θα περιείχε τη λέξη για αυτό που στα αγγλικά εκφράζεται με τους όρους «entrepreneur» και «entrepreneurship». «Δεν τις εφηύραμε τις λέξεις – τις εκλαϊκεύσαμε!» λέει.

– Πόσο πιο εύκολο είναι να ιδρύσει κανείς μία startup σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε πριν από 20 χρόνια, με τις δυνατότητες που παρέχει ο ραγδαίος εκδημοκρατισμός της τεχνολογίας;
– Από τεχνικής άποψης, είναι πολύ πιο εύκολο. Μπορείς να ιδρύσεις μία επιχείρηση από όπου και αν βρίσκεσαι, δεν χρειάζεσαι μεγάλα κεφάλαια στους περισσότερους τομείς. Αυτό που ακόμα λείπει είναι η έμπνευση. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να πιστέψουν στις τρελές τους ιδέες – οι πιο πολλές πεθαίνουν στο ντους, όπως πάντα λέω. Γι’ αυτό έχουν σημασία σε κάθε οικονομία τα πρότυπα, οι ιστορίες επιτυχίας. Και αυτό συζητάμε με τους επιτυχημένους Ελληνες επιχειρηματίες με τους οποίους συνεργαζόμαστε – τη Workable, τη Hellas Direct, την Blueground, την Pollfish, αλλά και την Ergon, στον χώρο της οποίας βρισκόμαστε σήμερα: την ιδέα ότι είναι πλέον δική τους ευθύνη να πουν την ιστορία τους, να καθοδηγήσουν τη νέα γενιά, να επενδύσουν στην ανάπτυξη της τοπικής επιχειρηματικής κοινότητας. Ετσι πολλαπλασιάζονται τα οφέλη της επιχειρηματικής επιτυχίας και δημιουργείται ένα οικοσύστημα.

– Η ώσμωση που συμβαίνει σε ένα ζωτικό επιχειρηματικό οικοσύστημα, ωστόσο, προϋποθέτει ένα κρίσιμο κοινωνικό αγαθό: την εμπιστοσύνη. Πώς οικοδομείται αυτό σε μια χώρα που είναι ουραγός πανευρωπαϊκά στους σχετικούς δείκτες και όπου η επιχειρηματική επιτυχία προσεγγίζεται με τη λογική του μηδενικού αθροίσματος;
– Κοιτάξτε, πριν από 20 χρόνια έρχονταν ομάδες σε εμάς και μας ζητούσαν να υπογράψουμε NDAs (σ.σ.: συμβάσεις εμπιστευτικότητας). Εγώ τους έλεγα ότι η Endeavor δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψει κάτι τέτοιο! Κατ’ αρχάς, το παν είναι η υλοποίηση. Κατά δεύτερον, αν φοβάσαι ότι κάποιος θα σου κλέψει τις ιδέες, δεν θα εμπιστεύεσαι κανέναν και δεν θα βρεις ποτέ τη στήριξη που χρειάζεσαι – θα παραμείνεις μικρός.

Εμπιστοσύνη

Η Endeavor, εξηγεί η Ρόουτενμπεργκ, κερδίζει την εμπιστοσύνη των εταιρειών με τις οποίες συνεργάζεται ευθυγραμμίζοντας πλήρως τα συμφέροντά της με τα δικά τους: στο μη κερδοσκοπικό σκέλος παρέχει υπηρεσίες mentoring που τις καθοδηγούν καθώς αυξάνουν τα μεγέθη τους, ενώ παράλληλα συνεπενδύει σε αυτές όποτε εξασφαλίζουν χρηματοδότηση άνω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων, με τους όρους που θέτει η εκάστοτε εταιρεία και ο νέος επενδυτής.

«Ετσι, δημιουργούμε αυτήν την εμπιστοσύνη την οποία στη συνέχεια οι εταιρείες μας μεταλαμπαδεύουν στην επόμενη γενιά των startups», λέει.

Η Endeavor ειδικεύεται στο scaling up – στη διαδικασία μεγέθυνσης και μετατροπής μιας εταιρείας από ανατρεπτική startup σε ισχυρό νέο παίκτη στην αγορά.

– Από ποιους κινδύνους πρέπει να προφυλάσσεται μία αναδυόμενη εταιρεία σε αυτό το στάδιο;
– Τα περισσότερα προβλήματα αφορούν τους ίδιους τους ιδρυτές των εταιρειών – γίνονται υπερβολικά συγκεντρωτικοί, δημιουργούν μία κουλτούρα όπου είναι αδύνατο για τους υφισταμένους να τους πουν ότι κάνουν κάτι λάθος. Για εμάς είναι μία λεπτή γραμμή: στηρίζουμε συγκεκριμένα άτομα, αυτούς με τις καλύτερες ιδέες, αλλά αυτό δεν πρέπει να μετατραπεί σε λατρεία της προσωπικότητας, που μπορεί να αποβεί επιζήμια για την εταιρεία.

Η τεχνολογία

Μιλώντας για τους κινδύνους της υπερβολικής ταύτισης μιας εταιρείας με ένα άτομο, η Ρόουτενμπεργκ δίνει το παράδειγμα της Uber, της οποίας ο ιδρυτής, ο Τράβις Καλάνικ, είναι «ιδιοφυής», αλλά «είχε δημιουργήσει μία πολύ αρνητική εταιρική κουλτούρα». Αναφέρεται επίσης στο Facebook και στις πολλαπλές κρίσεις που αντιμετωπίζει υπό την ηγεσία του Μαρκ Ζούκερμπεργκ. Πώς βλέπει να εξελίσσεται η γενικότερη αντίδραση των τελευταίων ετών κατά των τεχνολογικών κολοσσών; Θα είναι κάτι προσωρινό, που θα υπερκεραστεί από τη δημοφιλία των εφαρμογών τους, ή θα οδηγήσει σε ουσιώδεις αλλαγές; «Το πρόβλημα στις ΗΠΑ είναι ότι οι επενδυτές των venture capital funds επικεντρώθηκαν σε ένα συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο, βασισμένο στις διαφημίσεις, το οποίο τώρα δέχεται έντονες επικρίσεις λόγω των ανησυχιών σχετικά με την ιδιωτικότητα. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη συνεχίζει να εξελίσσεται, αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε ως κοινωνία. Αλλά το φανταστικό με κάποιες από τις εταιρείες με τις οποίες συνεργαζόμαστε στην Ελλάδα και αλλού, είναι ότι χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να βελτιώσουν πρακτικά τη ζωή των ανθρώπων. Οι επιχειρηματίες των αναδυόμενων αγορών έχουν πολλά να διδάξουν τους Αμερικανούς ομολόγους τους σε αυτό το πεδίο. Βάζουν τους χρήστες και τις ανάγκες τους ξανά στο επίκεντρο, χρησιμοποιούν την τεχνολογία για την εξυπηρέτηση των αναγκών αυτών, αντί να χρησιμοποιούν τους χρήστες για την εξυπηρέτηση των αναγκών της τεχνολογίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ