Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η ρωπογραφία της αυθαιρεσίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Πιθανότατα επηρεασμένος από το κλίμα των ημερών, που διαμορφώθηκε από τη φαρισαϊκά θερμότατη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των αναπήρων εκ μέρους πολιτικών και μέσων ενημέρωσης, αλλά και διαδικτυακών μετεριζούχων, κάποιος στη Θεσσαλονίκη αποφάσισε να περάσει από τα λόγια στην πράξη. Για να τιμωρήσει και να παραδειγματίσει. Ισως και για να απογυμνώσει τη διάχυτη υποκρισία.

Εν συντομία: Ανθρωπός τις πάρκαρε το αυτοκίνητό του πάνω σε μια ράμπα που διευκολύνει την κίνηση των αναπηρικών αμαξιδίων. Στην οδό Φιλίππου αυτό, στο κέντρο της πόλης. Δεν πρωτοτύπησε ο χρηστός πολίτης. Φέρθηκε όπως κάθε «μέσος άνθρωπος», το σύμβολο πίστεως του οποίου απαρτίζεται από δύο άρθρα: Πρώτον, «ο χρόνος μου είναι χρήμα, άρα είναι έγκλημα να τον σπαταλάω αναζητώντας θέση για παρκάρισμα συμφώνως τω νόμω». Και δεύτερον, «η ελευθερία μου τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του εαυτού μου». Μονά-ζυγά δικά μου δηλαδή. Ή δικά μας. Γιατί τελικά ο «μέσος άνθρωπος» δεν είναι πλάσμα του θρύλου, όπως ο μονόκερος, ούτε κατασκεύασμα των στατιστικολόγων, για τη βολή τους. Είναι σάρκα από τη σάρκα μας και κυρίως πνεύμα από το πνεύμα μας. Σεβαστικοί τηρητές της παράδοσης, παρκάρουμε τα αυτοκίνητά μας (ή και τα προεκλογικά μας περίπτερα) όπου ράμπες αναπήρων και λωρίδες με οδηγούς όδευσης τυφλών. Και ελεύθερη θέση να υπάρχει, θα προτιμήσουμε το πεζοδρόμιο, ιδίως αν τυχαίνει να διαθέτει ευσκιόφυλλο δένδρο. Πρέπει, άλλωστε, να προστατεύσουμε και τους καθρέφτες μας από τα διερχόμενα οχήματα.

Εκείνος που πρωτοτύπησε, ήταν ένας γονιός που, για να περάσει από το τσαμπουκαλίδικα κατειλημμένο σημείο, αναγκάστηκε να κάνει ένα ανεπιτυχές σλάλομ με το καροτσάκι του μωρού του. Παρά να καταπιεί την ενόχλησή του, αποφάσισε να εικονογραφήσει παραστατικά τον θυμό του: Πήρε από τον διπλανό κάδο απορριμμάτων μια σακούλα σκουπιδιών και την άφησε πάνω στο καπό του παρκαρισμένου αυτοκινήτου, στολίζοντας και το παρμπρίζ του με λίγο από το πλαστικό που μας πνίγει. Μια ρωπογραφία της αυθαιρεσίας λοιπόν.

Δεν έγινε γνωστό πώς αντέδρασε ο γιωταχής με την τόσο γνώριμη συμπεριφορά. Αν κατάλαβε το λάθος του και πήρε τη βουβή απόφαση να μην το επαναλάβει, ή αν σκυλόβρισε τον άθλιο που βεβήλωσε το τετράτροχο λαμαρινένιο τέμενός του. Θα βρει άραγε μιμητές ο Θεσσαλονικιός ρωπογράφος; Πολύ δύσκολο. Σ’ έναν τέτοιο εμφύλιο, ο καθένας μας θα έπρεπε να βρίσκεται ταυτόχρονα και στις δύο παρατάξεις: των τιμωρών και των τιμωρούμενων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ