Το 1937, ένα παιδί επτά ετών ζει στη μέση της Αμερικής, στην Ομάχα της Νεμπράσκα, και διαβάζει ένα βιβλίο με τίτλο «Χίλιοι τρόποι για να κερδίσετε 1.000 δολάρια». Είναι το ένα από τα δύο βιβλία που δεν θα ξεχάσει ποτέ. Το 1952, είναι ένας εικοσάρης και ασχολείται με τις μετοχές. Παρά τις σπουδές του στα οικονομικά και στη διοίκηση επιχειρήσεων στο Wharton της Πενσιλβάνια και στο Columbia της Νέας Υόρκης, επιστρέφει στην πόλη του, την Ομάχα, που είναι λίγο πιο μεγάλη σε πληθυσμό από την Πάτρα και βρίσκεται σε μια αγροτική πολιτεία, τη Νεμπράσκα. 

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, θα γινόταν ο τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, με προσωπική περιουσία που αποτιμάται σήμερα σε 86 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει για τον Γουόρεν Μπάφετ, τον «σοφό της Ομάχα», τον καλό παππού του καπιταλισμού, που παραμένει στα 88 του επικεφαλής της Berkshire Ηathaway, η οποία διαθέτει αξίες ύψους 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, ελάχιστη σημασία έχει αποδοθεί στο υπόδειγμα πλουτισμού που έχει διαμορφώσει, αφού όλη αυτή η ασύλληπτη επιτυχία μόνο τυχαία δεν είναι. 

Η γενική συνέλευση των μετόχων της Berkshire για το 2019 πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο. Έχει καθιερωθεί πλέον να αποκαλείται «το Γούντστοκ του καπιταλισμού».  «Είμαι καπιταλιστής», είπε ορθά κοφτά στην ομιλία του και δεν δίστασε να σχολιάσει τις συζητήσεις που θέλουν τον σοσιαλισμό να απλώνεται στην Αμερική. Ανέκαθεν Δημοκρατικός ο ίδιος, προφανώς διαφωνεί με τη «σοσιαλιστική συνιστώσα» του Δημοκρατικού Κόμματος που δυναμώνει εσχάτως. «Δεν θα έρθει ο σοσιαλισμός στην Αμερική ούτε το 2020, ούτε το 2040, ούτε το 2060», συμπλήρωσε και εξήγησε ότι χωρίς την οικονομία της αγοράς δεν μπορεί να υπάρχει δημοκρατία, ελευθερία και κοινωνική αλλαγή. Ο καπιταλισμός παράγει ευημερία και πρόοδο και, επιπλέον, μέσα από το κράτος δικαίου που συντηρεί, παράγει «αντισώματα» για να καταπολεμηθούν η ανηθικότητα και η ανισότητα που δημιουργούνται μέσα σε μια κοινωνία. Αλλά έως εδώ με τη φιλοσοφία. Ο γερο-Γουόρεν δεν έχει τη φιλοδοξία του Σόρος, που θέλει διαρκώς να φιλοσοφεί. 

 


Μια παρτίδα μπριτζ με τον Μπιλ Γκέιτς, στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης των μετόχων της Berkshire το περασμένο Σαββατοκύριακο.

 

Γουόρεν, Σούζι, Άστριντ

Ο Μπάφετ είναι ίσως ο πιο ανθρώπινος επενδυτής στην ιστορία του χρήματος. Απλός, αγαπητός, συμβατικός, αλλά ταυτόχρονα με αντισυμβατικές και απρόβλεπτες όψεις. Στα είκοσί του ερωτεύτηκε ένα κορίτσι, τη Σούζι Τόμπσον. Τη Σούζι πολιορκούσε ένας άλλος νεαρός, κάποιος που ήξερε να παίζει γιουκουλέλι, ένα είδος τετράχορδης κιθάρας της Χαβάης, που άρεσε στη Σούζι. Ο Μπάφετ βάλθηκε να μάθει κι αυτός να παίζει αυτή την κιθάρα για να πλησιάσει τη Σούζι, την οποία σύντομα κέρδισε. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν τρία παιδιά. Μόνο που η Σούζι είχε καημό να γίνει τραγουδίστρια και ασφυκτιούσε στην επαρχία. Το 1977, όταν πλέον μεγάλωσαν τα παιδιά, μετακόμισε στην Καλιφόρνια για να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Στην Καλιφόρνια έζησε για την υπόλοιπη ζωή της, αλλά με τον Μπάφετ δεν χώρισαν ποτέ. Ήδη από τον επόμενο χρόνο, το 1978, η Σούζι σύστησε στον αγαπημένο σύζυγό της την καλή της φίλη Άστριντ, και από τότε άρχισαν να περνούν αρκετό καιρό μαζί και οι τρεις. Στις χριστουγεννιάτικες κάρτες που έστελναν στους φίλους τους υπέγραφαν μαζί: Γουόρεν, Σούζι, Άστριντ. Ήταν ένα αχώριστο «ζευγάρι των τριών» που έζησαν με αγάπη, σεβασμό, διακριτικότητα και πολύ χιούμορ. Η Σούζι έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 2004, από καρκίνο, λίγο μετά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων της Berkshire Hathaway. Το 2006, ο Γουόρεν παντρεύτηκε την Άστριντ. Ζουν μαζί μέχρι σήμερα στο ίδιο σπίτι της Ομάχα που ο Μπάφετ και η Σούζι αγόρασαν το 1958 με 100.000 δολάρια. 

Πώς γίνεται ένας δισεκατομμυριούχος να ζει στο ίδιο μεσοαστικό σπίτι σε μια αμερικανική επαρχία, τα τελευταία εξήντα χρόνια; Ο Μπάφετ δεν βλέπει στο χρήμα τη δύναμη, την πολυτέλεια και την επίδειξη, αλλά τις ηθικές αξίες και τον ορθολογισμό που συγκροτούν τη δημιουργία των επιτυχημένων αγαθών. Δεν είναι αμοραλιστής κερδοσκόπος, ούτε όμως είναι ένας φιλόσοφος που αναζητεί στην οικονομία κάποια δήθεν ανώτερα, αφηρημένα ιδανικά. Οι επενδύσεις του απλώνονται στην Coca-Cola, στην Gilette, στην Craft, σε εταιρείες επίπλων και ενέργειας. Ανέκαθεν προτιμούσε να επενδύει σε εταιρείες που παράγουν απτά υλικά αγαθά, πράγματα απλά και αυτονόητα – ηλεκτρισμό, έπιπλα, ξυραφάκια, κέτσαπ, ποτά με ζάχαρη και καραμέλα. Ήταν επιφυλακτικός απέναντι σε εταιρείες με business plans από αέρα κοπανιστό που γίνονταν μόδα και η μετοχή τους εκτοξευόταν, για να συντριβεί αμέσως μετά, αφού δεν παρήγαν τίποτα συγκεκριμένο. Γι’ αυτό δεν πλησίαζε τις εταιρείες νέας τεχνολογίας και Internet. Πέρασαν χρόνια μέχρι να αγοράσει μετοχές της Apple και –πολύ πρόσφατα– της Amazon. Η Microsoft του καλού φίλου του Μπιλ Γκέιτς ήταν μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις. «Είμαι φαν του Τζεφ Μπέζος της Amazon κι έκανα λάθος που δεν αγόρασα μετοχές της εταιρείας του τόσα χρόνια», είπε πριν από λίγες ημέρες. Έχει μεγάλη ευκολία στην αυτοκριτική και στην παραδοχή λαθών. Μάλλον βοηθά το γεγονός ότι η επιτυχία του είναι αναμφισβήτητη. Η απόδοση της μετοχής της Berkshire τις τελευταίες έξι δεκαετίες είναι 2,5 εκατομμύρια τοις εκατό (!) μεγαλύτερη από την απόδοση του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης S&P 500.

Η συνταγή

Η συνταγή του είναι απλή, αλλά όχι τόσο απλή. Η Berkshire αγοράζει πλειοψηφικά πακέτα μετοχών σε καλές εταιρείες που συχνά είναι υποεκτιμημένες, είτε γιατί δεν ακολουθούν κάποια χρηματιστηριακή «μόδα» είτε γιατί κάποια κρίση πλήττει τον κλάδο ή την οικονομία συνολικά. Ο Μπάφετ αγοράζει φθηνά αυτές τις καλές εταιρείες, οι οποίες αρχίζουν να παράγουν παχυλά έσοδα μόλις οι συνθήκες βελτιωθούν. Ορισμένα από τα έσοδα αυτά τα «παρκάρει» σε μετρητά και τα υπόλοιπα τα μετατρέπει κυρίως σε ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου. Με αυτόν τον τρόπο διαθέτει υψηλή ρευστότητα και μπορεί όχι μόνο να απορροφήσει ζημιές, όταν εμφανίζονται, αλλά και να αγοράσει φθηνά τα «καλά χαρτιά» σε εποχές κρίσης. Πρόκειται για την επενδυτική στρατηγική του Μπέντζαμιν Γκράχαμ, όπως την περιέγραψε στο κλασικό βιβλίο του «The Intelligent Investor», που κυκλοφόρησε το 1949. Ο Μπάφετ διάβασε αυτό το βιβλίο, το οποίο είναι το δεύτερο που δεν ξέχασε ποτέ. Μέχρι σήμερα εφαρμόζει τις ίδιες ακριβώς αρχές και μάλιστα επιμένει ότι οι ίδιες αρχές θα ισχύουν και σε εκατό χρόνια από σήμερα. «Αγοράστε Αμερική. Εγώ αυτό κάνω», δήλωσε στη μέση της κρίσης του 2008. Έβγαλε το μπλοκ επιταγών, υπέγραψε πέντε δισεκατομμύρια δολάρια και αγόρασε ένα κομμάτι από την Goldman Sachs, την επενδυτική τράπεζα που παρά την αναμφισβήτητη αξία της κόντεψε να παρασυρθεί από τον στρόβιλο που κατάπιε τη Lehman Brothers. 

Βεβαίως, όσο αυξάνεται η επιτυχία τόσο δυσκολότερη καθίσταται η μεγιστοποίηση των αποδόσεων. «Αν είχα μόνο ένα εκατομμύριο δολάρια, θα μπορούσα εύκολα να πετύχω 50% ετήσια απόδοση», ομολόγησε πρόσφατα στους Financial Times, «αλλά τώρα που έχω 700 δισεκατομμύρια δολάρια, δεν μπορώ να πετύχω απόδοση 50% σε έναν χρόνο». «Γιατί ένας επενδυτής να βάλει τα λεφτά του σε εσάς και όχι σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο συνδεδεμένο με τον γενικό δείκτη, που θα του αποδώσει περίπου το ίδιο;» ρωτήθηκε ευθέως ο Μπάφετ από τους FT. «Πράγματι θα του αποδώσει το ίδιο», απάντησε. «Σε εμάς, όμως, ο επενδυτής θα μάθει περισσότερα». Προφανώς θα μάθει όλα τα παραπάνω, που μάλλον θα του είναι χρήσιμα για να παραμείνει σεμνός, να μην ξεθαρρέψει και να μη χάσει την περιουσία του μέσα στα σκαμπανεβάσματα των καιρών. 

 


Από την ίδια συνάντηση, ανάμεσα σε υπαλλήλους της εταιρείας, απολαμβάνει ένα παγωτό βανίλια – πορτοκάλι. 

 

Ακριβά κοστούμια

Όσα έχει μάθει ο Μπάφετ για τη ζωή είναι τόσα ώστε έχει πειστεί προ πολλού να προσφέρει το 85% της περιουσίας του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς – κυρίως μέσω του Ιδρύματος Bill & Melinda Gates. Προφανώς θεώρησε ότι είναι υπεραρκετό να αφήσει πέντε δισεκατομμύρια δολάρια στο καθένα από τα τρία παιδιά του. «Είμαι ο πιο ευτυχισμένος 88χρονος», είπε στους FT. Σπάνια πηγαίνει διακοπές, παρότι έχει αγοράσει μια βίλα στην Καλιφόρνια και ένα ιδιωτικό αεροσκάφος, που ελάχιστα χρησιμοποιεί. Βρίσκεται κάθε μέρα στο γραφείο του και απολαμβάνει τη δουλειά του.
      Πριν από μία 15ετία διαγνώστηκε με καρκίνο του προστάτη, αλλά θεραπεύτηκε πλήρως μετά από μια δίμηνη ακτινοθεραπεία. Οδηγεί ο ίδιος μια Κάντιλακ, αλλά πλέον όχι τη νύχτα. Φοράει βοηθήματα ακοής και σέρνει λίγο τα πόδια του, αλλά κατά τα άλλα είναι καλά. Η Berkshire στεγάζεται σε ένα συνηθισμένο κτίριο γραφείων της Ομάχα, που έχει στην ταμπέλα του το όνομα άλλης εταιρείας. Τα γραφεία καλύπτουν μόνο έναν όροφο και ο επισκέπτης εκπλήσσεται από τους στενούς διαδρόμους με τις φθαρμένες μοκέτες. Ο Μπάφετ εργάζεται στο ίδιο γραφείο όπου εργαζόταν ο πατέρας του πριν από 75 χρόνια. Η Berkshire έχει μόνο 25 υπαλλήλους που ντύνονται απλά. Είναι όλοι σαν μια οικογένεια και τα Σαββατοκύριακα πηγαίνουν μαζί με τον παππού Γουόρεν σε αγώνες μπέιζμπολ. Αυτό το παράδειγμα ζωής δείχνει, ίσως, την αυθεντικότητα των στέρεων αξιών, αλλά και τη γελοιότητα της επίδειξης και της υπεροψίας που συχνά παρατηρούμε σε ανθρώπους πολύ λιγότερο επιτυχημένους. Κι όλα αυτά με ατελείωτο χιούμορ, για το οποίο ο Μπάφετ φημίζεται. «Γιατί δεν αγοράζετε ακριβά κοστούμια, αφού είστε τόσο πλούσιος;» τον ρώτησε κάποτε ένας δημοσιογράφος. «Αγοράζω ακριβά κοστούμια, απλώς φαίνονται φθηνά επάνω μου», απάντησε γελώντας ο καλός παππούς του αμερικανικού καπιταλισμού. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ