ΘΕΑΤΡΟ

Γελώντας με τον Οθέλλο

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Καταλυτική στην κατεύθυνση της διεύρυνσης των δραματουργικών ορίων ήταν η παρουσία του Κορνήλιου Σελαμσή ως μουσικού της παράστασης και στην ερμηνεία μικρών ρόλων (στη φωτ. με τη Σοφία Κόκκαλη που ήταν έξοχη ως Δυσδαιμόνα).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Επιστρέφοντας από το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, όπου παρουσιάζεται ο «Οθέλλος» του Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Χάρη Φραγκούλη, ένιωσα την ανάγκη να διαβάσω Μπέκετ, τον «Ακατανόμαστο». Υπάρχει μία παράγραφος που σαν να μιλάει για τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς της παράστασης: «Μοιάζω σα να μιλάω, εγώ, δεν είμαι εγώ, για μένα, δεν είναι για μένα. Αυτές οι λίγες γενικές παρατηρήσεις για ν’ αρχίσουμε. Και τώρα τι θα κάνω, τι πρόκειται να κάνω, τι πρέπει να κάνω, στην κατάσταση που βρίσκομαι, πώς να προχωρήσω; Με απλή και καθαρή απορία; Ή με καταφάσεις και αρνήσεις που θα αναιρούνται καθώς προφέρονται, ή αργά ή γρήγορα; Σε γενικές γραμμές. Θα υπάρχουν ασφαλώς κι άλλα κόλπα. Αλλιώς θα ήταν χαμένη υπόθεση. Μα είναι χαμένη υπόθεση». Θα καταλάβετε γιατί.

Νεανικό ήταν το κοινό στην παράσταση της περασμένης Κυριακής. Από τις αντιδράσεις του κατά τη διάρκειά της, τα γελάκια και τα χαχανητά, συμπέρανα ότι οι περισσότεροι θεατές αγνοούσαν το σαιξπηρικό αριστούργημα και, ανυποψίαστοι, αφέθηκαν ελεύθεροι στα ερεθίσματα που τους παρείχε η σκηνική πράξη. Αλλιώς, θα πρέπει να ανήκαν στην κατηγορία του κοινού που έχει τόσο αλλοτριωθεί από τον μεταμοντερνιστικό πόλεμο ενάντια στο «βάρος» του κλασικού έργου,  τη μακρά παραστασιακή του «παράδοση» και τις απαιτήσεις/προσδοκίες που γεννά κάθε νέα σκηνική προσέγγισή του, ώστε δεν είχαν ενδοιασμούς να αντιμετωπίσουν τον «Οθέλλο» ως κωμωδία. Ναι, κωμωδία, ένα από τα πιο σημαντικά έργα που έχουν γραφτεί για τη φύση και τη μολυσματική δύναμη του Κακού. Για το πώς η υποψία μπορεί να δηλητηριάσει ακόμη και ανθρώπους που πιστεύουν στη λογική ανάλυση και στη σημασία της απόδειξης (που επικυρώνει ό,τι παρουσιάζεται ως αληθές – αρχή που διέπει το σύστημα απόδοσης της δικαιοσύνης). Για τα άλογα ένστικτα, το ερωτικό πάθος, τη φονική ζήλια. Οι θεατές που όπως εγώ προσήλθαν στο θέατρο με διάθεση να επικοινωνήσουν, μέσω της παράστασης, με το υπέροχο έργο (στην απόδοση του Δημήτρη Δημητριάδη), υπέφεραν σιωπηλά.

Για τις αρχικές προθέσεις, την ανάγκη που ώθησε τον σκηνοθέτη Χάρη Φραγκούλη και τους ταλαντούχους ηθοποιούς της ομάδα Kursk να καταπιαστούν με τον «Οθέλλο», μόνο οι ίδιοι μπορούν να μιλήσουν. Συχνά, ωστόσο, το λεγόμενο «προθεσιακό επίπεδο» της σκηνικής πρότασης χάνεται στο τελικό «γεγονός» της παράστασης, που εκ της φύσεως της σκηνικής τέχνης καθορίζεται από το πώς αυτή προσλαμβάνεται από τους θεατές της. Η σχέση που θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δύο πόλους, σκηνή και πλατεία, είναι πάντα δυναμική και απρόβλεπτη, πόσο μάλλον όταν η σκηνοθεσία επενδύει στην υπέρβαση των δραματουργικών συμβάσεων του πρωτοτύπου, σε μια διαδικασία οικειοποίησής του από τον θίασο που επιτρέπει αυτοαναφορικές προσθήκες, «απεύθυνση» στο κοινό, ευρήματα με τα οποία δηλώνεται, ποιητική αδεία, η ερμηνευτική ελευθερία (εδώ κυρίαρχα είναι τα λεμόνια που πετούν ο ένας ηθοποιός στον άλλον, που δαγκώνονται, τρώγονται, τεμαχίζονται, ένα σιντριβανάκι το νερό του οποίου χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, ζώνες που από ενδυματολογικά αξεσουάρ καταλήγουν βρόχοι που πνίγουν κ.ο.κ.).

Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο αυτού του «Οθέλλου» είναι η συστηματική άρνηση στη δραματική κορύφωση – κάθε κρίσιμη σκηνή του έργου καταλήγει σε κάποια λύση κωμικού /ειρωνικού ύφους που διαλύει την υφολογική ισορροπία (ευνοώντας τα συνεχή χάχανα του κοινού). Ο τρόπος που ερμηνεύουν ο Αγγελος Παπαδημητρίου τον ρόλο του Βραβάντιου, Βενετού ευγενούς, πατέρα της Δυσδαιμόνας, που ανακαλύπτει ότι η κορούλα του παντρεύτηκε κρυφά τον Μαυριτανό Οθέλλο, και ο Μιχάλης Τιτόπουλος τον Ροδρίγο, έναν από τους μοχλούς της μοιραίας ίντριγκας του Ιάγου, δηλώνει εξαρχής την «ειρωνική» αντιμετώπιση της σαιξπηρικής τραγωδίας. Δεν υποτιμώ την αμφιβολία (αν όχι και την απόγνωση) που μπορεί να προκαλεί στους σημερινούς καλλιτέχνες του θεάτρου η αίσθηση ότι οι ίδιοι και η τέχνη τους λειτουργούν ως δίκτυα/πεδία πολλαπλής σηματοδότησης. Οτι αποτελούν προσωποποίηση της Ετερότητας – αυτού που είναι μεταξύ, μια σύνθεση φυσικής παρουσίας (ο «Χ» ηθοποιός) και κειμενικού κατασκευάσματος (του ρόλου), ότι το Νόημα λόγω και έργω λανθάνει ή διαρκώς ξεφεύγει. Και, ναι, μπορεί η ολίσθηση, η ασυνέχ(π)εια, οι δραματουργικές μεταθέσεις και μετακινήσεις από το ένα σημείο στο άλλο (αφού το κέντρο εκλείπει), οι αμβλύνσεις και οι (αυτο-)ακυρώσεις, να εκφράζουν καλύτερα την πραγματικότητά τους. Αλλά το θέατρο είναι μια τέχνη που απευθύνεται, που πρέπει να συνομιλεί με το κοινό, να προκαλεί τη διανοητική και τη συναισθηματική του εγρήγορση.

Παραστάσεις σαν αυτόν τον «Οθέλλο» οδηγούν σε δύο φαινόμενα που θα έπρεπε να ανησυχούν κάθε ευαίσθητο καλλιτέχνη: την παραίτηση των θεατών από την εμπλοκή με νοήματα και σημασίες που φέρουν ο λόγος και η πράξη (desemantization, αποσημασιοποίηση) και την απώλεια της συναισθηματικής ανταπόκρισης (desensitization, αποευαισθητοποίηση). Αν το θέατρο, αυτή η μαγική, ζωντανή τέχνη, φτάσει να υπηρετεί την παθητικότητα και την αδιαφορία, την άρνηση της διάκρισης (σοβαρό - γελοίο, καλό - κακό,  όμορφο - άσχημο κ.ο.κ.), τον σχετικισμό και τον κυνισμό, θα είναι σαν να αυτοκτονεί.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς την υψηλή ποιότητα και τη συγκινητική διαθεσιμότητα των ηθοποιών της παράστασης. Ο Ανδρέας Κοντόπουλος στον συναρπαστικό ρόλο του Ιάγου και η Σοφία Κόκκαλη ως Δυσδαιμόνα ήταν έξοχοι. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος ούτε ηλικιακά ούτε ως προς την εμφάνιση ήταν αναμενόμενη επιλογή για τον ρόλο του Οθέλλου, αλλά κατάφερε να σταθεί επιτυχώς στις απαιτήσεις του ρόλου. Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στον ρόλο του Κάσιου σαν να απουσίαζε στην παράσταση που παρακολούθησα, ενώ η Κατερίνα Λούβαρη-Φασόη ξεχωρίζει στην έκρηξη του τέλους, όταν αποκαλύπτει τη σατανική φύση του Ιάγου. Στον μικρό ρόλο της Μπιάνκα, η Ασπασία-Μαρία Αλεξίου. Καταλυτική στην κατεύθυνση της διεύρυνσης των δραματουργικών ορίων ήταν η παρουσία του Κορνήλιου Σελαμσή ως μουσικού της παράστασης και στην ερμηνεία μικρών ρόλων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ