ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Λάσλο Κρασναχορκάι στην «K»: Δεν χρειαζόμαστε την ύπαρξη του Κακού

ΛΕΝΑ ΜΑΤΣΙΩΡΗ

Η φήμη του Λάσλο Κρασναχορκάι απογειώθηκε το 2015, όταν πήρε το βραβείο Μπούκερ. EPA/GYULA CZIMBAL

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι (1954) είναι ένας συγγραφέας που κάνει τις λέξεις σου να διστάζουν να μιλήσουν γι’ αυτόν. Μέχρι πρόσφατα, για τους μυημένους, ήταν γνωστός ως ο σεναριογράφος του Μπέλα Ταρ, το 2015, όμως, το βραβείο Μπούκερ απογειώνει τη φήμη του και η Ευρώπη ανακαλύπτει έναν από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους της.

Η γραφή του Κρασναχορκάι ξεπερνά όλες τις λογοτεχνικές αφηγηματικές συμβάσεις, ενώ η θεματική του δεν ακολουθεί κάποια σύγχρονη τάση. Οι ήρωες των βιβλίων του προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο· έναν κόσμο μελαγχολικό, ζοφερό, παράλογο. Η ελπίδα υπάρχει μόνο ως υπαινιγμός, που μέσα από τη λεπτή ειρωνεία και το υποδόριο και υπονομευτικό χιούμορ, εισβάλλει με ακρίβεια και προκαλεί ρωγμές σε αυτό που μοιάζει καταδικασμένο. Ισως πρόκειται για έναν από τους καλύτερους και μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας, που γράφει ένα δικό του κεφάλαιο στην ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας – όποιος έχει διαβάσει τα βιβλία του ξέρει πως αυτό δεν είναι υπερβολή.

– Στο «Τανγκό του Σατανά», γραμμένο λίγο πριν από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, περιγράφετε μια κοινωνία χωρίς όραμα, φοβισμένη, γεμάτη υπαρξιακές αγωνίες, μια κοινωνία σε αναμονή. Τι έχει αλλάξει, αν έχει αλλάξει, στη σημερινή Ουγγαρία;
– Θα μπορούσα να πω ότι τίποτα δεν άλλαξε· ήταν αηδιαστικό, έγινε αηδιαστικό. Κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής δικτατορίας ζούσαμε σε μια πραγματικότητα που δημιουργήθηκε από αηδιαστικούς ανθρώπους, σήμερα ζούμε σε μιαν άλλη πραγματικότητα που δημιουργείται από τους ίδιους ή παρόμοιους αηδιαστικούς ανθρώπους. Η ουσία δεν έχει αλλάξει – η ανθρωπότητα έχει ακόμα περισσότερη δύναμη για να χτίσει μια αηδιαστική πραγματικότητα, η αηδιαστική μας ποικιλομορφία είναι ανεξάντλητη.

– «...γιατί το κάθε τι από δω σε βλέπει, η κάθε μια γωνιά. Ζωή να αλλάξεις πρέπει». Κάνοντας τη σύνδεση με τον στίχο του Ρίλκε, στην τελευταία παράγραφο του «Τανγκό του Σατανά» περιγράφετε μια σκηνή όπου ο άνθρωπος στέκεται ακίνητος και τα πράγματα γύρω του αρχίζουν μια ζωηρή συζήτηση.
– Η τέχνη αποσκοπεί σε κάτι: πιο συγκεκριμένα, χωρίς τέχνη η ζωή πρέπει να είναι ανυπόφορη για τους συναισθηματικούς (ευαίσθητους) ανθρώπους.

– Κοιτάμε τα πράγματα, αλλά μας κοιτούν και αυτά;
– Είμαστε και εμείς αντικείμενα. Αντικείμενα αυτού που ονομάζουμε το Ολον. Αυτό το Ολον δεν έχει σύνορα, δεν έχει ορισμό, είναι ανέγγιχτο, και, κυρίως, είναι κρυμμένο με έναν σατανικό τρόπο, μεταξύ του όντος και του μη όντος, για πάντα.

– Αν κοιτάξετε πίσω, ποιες ήταν οι πιο σημαντικές διαδρομές για εσάς;
– Ζω σε ένα τέλειο σκοτάδι. Διαδρομές; Ποτέ δεν ανοίχτηκαν δρόμοι για μένα. Αυτές οι εκφράσεις, όπως τα «μονοπάτια της ζωής», είναι μόνο παρανοήσεις.

– Υπάρχει ένα αόρατο νήμα που συνδέει την Εστι, τον Βάλουσκα και τον Κόριμ. Είναι τα χρήσιμα θύματα που μια κοινωνία πρέπει να έχει προκειμένου να νιώθει ανωτερότητα ακόμη και στην πτώση της;
– Οι άνθρωποι πάντα ένιωθαν ότι πρέπει να θυσιάσουν κάτι από αυτό που έχουν για να δείξουν την ευνοϊκή, την καλή πλευρά του κόσμου. Για παράδειγμα, να θυσιάσουν κάτι προκειμένου να αποδείξουν ότι ο «κόσμος» υπάρχει, προκειμένου να δείξουν πως δεν αλλοφρονούν από το γεγονός ότι ο «κόσμος» δεν υπάρχει καθόλου. Οι αισθήσεις μας και οι εμπειρίες μας που βασίζονται σε αυτή την πεποίθηση, παρουσιάζουν μια μεταβλητή, αλλά ταυτόχρονα σταθερή εικόνα του κόσμου, ακόμη και αν όλα τα κύτταρά μας γνωρίζουν ότι αυτός ο κόσμος είναι απλώς μια εικόνα, ακόμη και αν δεν είναι εικόνα με τον τρόπο του Πλάτωνα ή του σολιψισμού. Ετσι, λοιπόν, επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την πεποίθηση ότι αυτό δεν είναι αλήθεια, πρέπει να προσφέρουμε κάτι ως θυσία, πιστεύουμε ότι εάν προσφέρουμε μια θυσία, μπορούμε να εξαναγκαστούμε να πιστέψουμε στην κοινή λογική. Το ενοχλητικό είναι ότι το θύμα προσφέρεται από μόνο του. Και στην περίπτωσή μου, τα θύματα των βιβλίων μου ανήκουν στο Ολον, δίχως αυτά καμία από τις πραγματικότητες που δημιουργούν τα βιβλία μου δεν θα ήταν δυνατή. Είναι πάντα εκεί, με τη θέλησή τους.
 
– Μερικές φορές έμμεσα και κάτω από την επιφάνεια και άλλες φορές άμεσα –στο επεισόδιο με την Ελευση του Ησαΐα για παράδειγμα– υποθέτετε πως και ο Θεός είναι υπεύθυνος για την εικόνα του κόσμου, για την καταστροφή του. Είναι απλώς μια διαπίστωση; Μου φέρνει στον νου ένα επεισόδιο από τη Βίβλο, από τη Γένεση όμως, και όχι από την Αποκάλυψη, όπου ο Αβραάμ μιλώντας με τον Θεό εκφωνεί ίσως από τα πιο τολμηρά και φωτεινά λόγια της Βίβλου: «Δεν πρέπει ο δικαστής όλης της γης να κρίνει δίκαια;». Μήπως συνειδητά ή ασυνείδητα είναι μια επιθυμία να τον αντιμετωπίσετε;
– Η τέχνη δεν θέλει ποτέ να αφαιρέσει κάτι από τους ανθρώπους, αλλά την ίδια στιγμή δεν μπορεί να υποκρίνεται και να τους οδηγεί σε μια ψευδή πίστη. Ούτε κι εγώ θέλω να αφαιρέσω από κάποιον το δικαίωμα να επικαλείται τον Θεό, ο οποίος είναι ο Υψιστος, και ιδιαίτερα δεν θα ήθελα να αφαιρέσω από κανέναν την πίστη ότι αυτός ο Υψιστος είναι μια πραγματικότητα πίσω από την πραγματικότητα. Ωστόσο, δεν είμαι επίσης σε θέση να λέω ψέματα. Αυτός ο Πατέρας Θεός, για τον οποίο μιλάνε, είναι δυστυχώς μια αόρατη φιγούρα ενός παραμυθιού. Κάτω από την τεράστια σκιά του, λέμε ένα παραμύθι για τα παιδιά μας πριν κοιμηθούν. Αλλά ο πατέρας, όπως και το παιδί στο μικρό κρεβάτι: είναι ένα και το αυτό. Θέλω να πω, καμιά φορά λέει ο πατέρας παραμύθια στο παιδί, και άλλες φορές το παιδί λέει παραμύθια στον πατέρα του. Αλλά, φυσικά, μπορούμε να προσευχόμαστε σε Αυτόν. Ξέρετε, ως προς αυτό, είμαστε όλοι ίδιοι. Οπως λέει ο Τόμας Μπέρνχαρντ: «Σε ένα αεροπλάνο καταδικασμένο να συντριβεί, με κάθε μέτρο που διανύει, λιγοστεύουν οι άθεοι».

– Εχω την αίσθηση πως ενώ τα μυθιστορήματά σας είναι τόσο ανθρωποκεντρικά, την ίδια στιγμή εσείς παίρνετε μια απόσταση. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που φέρνουν το κακό στον κόσμο, όχι μόνον επειδή είναι ικανοί αλλά επειδή είναι ελεύθεροι να το κάνουν, επειδή μπορούν. Ποιες είναι τότε εκείνες οι δυνάμεις που ταπεινώνουν και καταστρέφουν τον άνθρωπο;
– Οι άνθρωποι ταπεινώνουν μόνοι τους τον εαυτό τους, οι άνθρωποι καταστρέφουν μόνοι τους τον εαυτό τους. Στο μεταξύ, κραυγάζουν για ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το αντίστροφο. Δεν χρειαζόμαστε την ύπαρξη του Κακού.

– Ο ορισμός του Ντοστογέφσκι για τον άνθρωπο παρουσιάζει το άτομο ως την ύπαρξη που συνηθίζει σε όλα.
– Η προσαρμοστικότητα του ανθρώπου είναι αξιοθαύμαστη, όπως και των άλλων ζώων. Το συγκλονιστικό είναι όμως ότι, αν πρέπει να προσαρμοστούν σε μια πάρα πολύ ταπεινωτική κατάσταση και καταφέρουν να επιβιώσουν αυτής, είναι σε θέση και να ξεχάσουν πόσο βαθιά εξευτελίστηκαν, πόσο πολύ έχει θιγεί η αξιοπρέπειά τους. Τα ζώα δεν είναι σε θέση να το κάνουν.

– Πού νομίζετε ότι ο Ντοστογέφσκι συνάντησε τον Κάφκα; Υπάρχει ένα σημείο, ένα μέρος, στα βιβλία σας όπου και οι τρεις έχετε συναντηθεί;
– Αυτοί οι δύο συναντήθηκαν μέσα μου, στα βιβλία μου, αυτό είναι σίγουρο. Στη γερμανική λουτρόπολη του Μπάντεν-Μπάντεν, ο Ντοστογέφσκι πόνταρε τον Κάφκα στο κόκκινο.

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι θα μιλήσει στο ελληνικό κοινό μεθαύριο Τρίτη, 14 Μαΐου, στις 8 μ.μ., στην αίθουσα συνεδριάσεων του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Με τον συγγραφέα θα συνομιλήσουν οι: Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης, Μικέλα Χαρτουλάρη και Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη. Τα βιβλία του Λάσλο Κρασναχορκάι κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις σε εξαιρετικές μεταφράσεις της Ιωάννας Αβραμίδου. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί και το τελευταίο του βιβλίο, «Ο Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω», αυτή τη φορά σε μετάφραση από τα ουγγρικά της Μανουέλα Μπέρκι, πάντοτε από τις εκδόσεις Πόλις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ