ΜΟΥΣΙΚΗ

Eργα των δύο «σχολών» της Βιέννης από το Τρίο Ελ Γκρέκο

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Στο πλαίσιο του Ετους Σκαλκώτα, το Τρίο Ελ Γκρέκο ερμήνευσε τις «Οκτώ παραλλαγές» του Ελληνα συνθέτη. ΜΑΝΟΣ ΜΑΝΙΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τις δύο «σχολές» της Βιέννης έφερε σε διάλογο η συναυλία του Τρίο Ελ Γκρέκο, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» στις 12 Απριλίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» στο πλαίσιο του «Eτους Σκαλκώτα». Είναι ενδιαφέρον πως ενώ θα ανέμενε κανείς τον διάλογο της μουσικής του τιμώμενου συνθέτη με εκείνη άλλων συνθετών της ίδιας εποχής, το βάρος των επιλογών έπεσε στην πρώτη από τις δύο «σχολές» της Βιέννης, δηλαδή στα έργα των Χάιντν και Σούμπερτ. Βεβαίως, είναι λιγοστά τα τρίο για πιάνο της εποχής του Σκαλκώτα, ιδιαίτερα δε τα δωδεκαφθογγικά. Ομως, ακριβώς η παράθεση με αυτά ίσως αναδείκνυε με μεγαλύτερη σαφήνεια την ξεχωριστή γλώσσα του Ελληνα συνθέτη.

Το Ελ Γκρέκο δημιουργήθηκε το 2016 από νέους Eλληνες μουσικούς. Είναι θετικό ότι τη στιγμή που διαλύθηκαν παλαιότερα σχήματα μουσικής δωματίου με σαφές στίγμα και σημαντική πορεία, τρεις νέοι άνθρωποι στράφηκαν στο ρεπερτόριο αυτό, εξαιρετικά πλούσιο, αλλά όχι τόσο γνωστό όσο θα του άξιζε στη χώρα μας. Εξοχα τρίο για βιολί, τσέλο και πιάνο δεν έχουν γράψει μόνο συνθέτες της Kεντρικής Ευρώπης, Γερμανοί, Αυστριακοί και Τσέχοι. Η ανεξάντλητη εργογραφία περιλαμβάνει επίσης Γάλλους όπως οι Φορέ και Πιερνέ, Ρώσους όπως οι Τσαϊκόφσκι, Προκόφιεφ και Ρίμκσι-Κόρσακοφ, Δανούς όπως ο Νιλς Γκάδε και πολλούς ακόμα. Είναι κρίμα που το συγκεκριμένο είδος, όπως επίσης τα κουαρτέτα και τα κουιντέτα με πιάνο, δεν έχουν βρει τη θέση που τους αξίζει στην αθηναϊκή μουσική ζωή. Ευκαιρία για το δυναμικό Τρίο Ελ Γκρέκο να τα αναδείξει.

Ο Φαίδων Μηλιάδης στο βιολί και κυρίως ο Θοδωρής Ιωσηφίδης στο πιάνο δεν έκρυψαν την περίσσεια αδρεναλίνης που διαθέτουν. Ειδικά στο Τρίο αρ. 39 του Χάιντ αλλά και στο συγκλονιστικό έργο 100 του Σούμπερτ η ερμηνεία ξεπερνούσε κάποτε τα όρια μιας «ορμητικής» ανάγνωσης, φτάνοντας στα άκρα, τουλάχιστον για την ακουστική της συγκεκριμένης αίθουσας. Πλάι στα «δυναμικά», υπάρχουν επίσης αρκετά στοιχεία λυρισμού και ευγένειας στα δύο αυτά έργα, όπως υπενθύμιζε ο τσελίστας Αλέξης Καραϊσκάκης-Νάστος: ειδικά στο δεύτερο και στο τέταρτο μέρος του έργου του Σούμπερτ ήταν εκείνος ο οποίος συνεισέφερε πλαστικότητα σε ένα κατά τα λοιπά αρκετά αιχμηρό και επιθετικό τοπίο.

Αρκετοί θεωρούν τις περισσότερο «γωνιώδεις» προσεγγίσεις συνυφασμένες με τα έργα της δεύτερης σχολής της Βιέννης, όπως οι «Οκτώ παραλλαγές» του Σκαλκώτα. Ωστόσο, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, κατά τα οποία το ρεπερτόριο έχει διευρυνθεί αφάνταστα και πολλοί μουσικοί έχουν εξοικειωθεί με έργα που άλλοτε θεωρούνταν απρόσιτα και κατά έναν τρόπο κτήμα μονάχα μιας συγκεκριμένης ομάδας «εξειδικευμένων» ερμηνευτών, έχει φανεί ότι ο πιο μαλακός ήχος όπως επίσης οι λιγότερο αγχώδεις αναγνώσεις βοηθούν και αυτά.

Συνεισφέρουν στην αποκωδικοποίηση, στην κατανόηση και τελικά στην απόλαυση μιας μουσικής που δεν είναι αυτονόητο ότι κερδίζει το στοίχημα της επικοινωνίας με το κοινό στο πρώτο άκουσμα. Και θα πρέπει να υποθέσει κανείς ότι ακριβώς η επικοινωνία με το κοινό είναι το ζητούμενο κάθε συνθέτη αλλά και κάθε ερμηνευτή. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ