Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ο τρίτος δρόμος προς το σκίτσο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Τον Γιάννη Ιωάννου τον ήξερα, τον ξέρω, από το 1987. Τον γνώρισα στην «Πρώτη», στην Πατησίων. Είχε το σχεδιαστήριό του, ψηλό, ανάλογο με το μπόι του, στο πολιτικό τμήμα, μαζί με τα γραφεία των ρεπόρτερ και των σχολιογράφων. Τον έτρεφε η βουή, παρότι λιγομίλητος ο ίδιος. Τη δουλειά του πάντως την ήξερα και τη θαύμαζα πάνω από μια δεκαετία, από τα εισόδιά του στο «Αντί» του Χρήστου Παπουτσάκη, το 1975, κι ύστερα στο «Βήμα» και στο «Ποντίκι», όπου και άνοιξε τον περίφημο «Τρίτο Δρόμο» του. 

Κατάφερα κάποια στιγμή, δεύτερη, τρίτη βδομάδα, να του πω ότι θαύμαζα όσα πρόσφερε το πενάκι του, για το πνεύμα και για τη μορφή τους – μια τέχνη πλήρης, με σπάνια διαύγεια. «Κομμένη», μού είπε με το βλέμμα του, συνήθως πιο γελαστό από τα χείλη του. Δεν του άρεσαν οι κολακείες, κι ας μην ήταν κολακείες. Ούτε να τον λένε «δάσκαλο» του άρεσε. Κι ας ήταν δάσκαλος για τους νεότερους σκιτσογράφους, αλλά και δάσκαλος της αδιάλλακτα αιρετικής ματιάς για όλους τους αναγνώστες του. Οπότε κι εγώ συνέχισα να τον θαυμάζω από μέσα μου, εκτός απ’ όταν έγραφα για τα λευκώματά του. Και κυρίως συνέχισα να προσπαθώ –όπως πολλοί και για πολλά χρόνια– να «μεταφέρω» το σκίτσο του, περιγράφοντάς το σε όσους δεν είχε τύχει να το δουν. Πράγμα αδύνατο. Ολη η νοστιμιά, η λάμψη των γελοιογραφιών του, έμενε πεισματικά εκτός περιγραφής.

Η Ελλάδα είχε πάντα πολύ καλούς γελοιογράφους. Με τον Ιωάννου η πολιτική γελοιογραφία πέρασε στη «μεταπολίτευσή» της, στην ωριμότητά της. Και εικαστικά και ως προς το περιεχόμενό της, την κριτική στάση της, που διατηρούσε άθικτο τον αντιρρητικό της χαρακτήρα ακόμα κι όταν αντέβαινε στη «γραμμή» του εντύπου που φιλοξενούσε το σκίτσο. Δεν είχαμε πια να κάνουμε με την αυτόματη αντίδραση σ’ ένα γεγονός και με τη γρήγορη εκτέλεση, σε αδρές γραμμές, μιας έμπνευσης που αποβλέπει πρωτίστως στην πρόκληση ιλαρότητας. Η δουλειά του Ιωάννου προϋπέθετε την πολύωρη μελέτη, το βασάνισμα και της ιδέας και του σχεδίου. Μόνο έτσι θα μπορούσε να προκύψουν οι οξυδερκείς αναλύσεις του, ακαριαίες, μορφοποιημένες σε ένα πυκνό, αυτοτελές σκίτσο, ή αναπτυγμένες σε σχεδιοϊστορίες, αναπτυγμένες σαν πλούσια διηγήματα πολιτικής φαντασίας.

Εξαιρετικός αφηγητής ο Ιωάννου, ένας λογοτέχνης του σκίτσου, μας έκανε αναρίθμητες φορές να γελάσουμε. Και δεν μας γέλασε ποτέ. Μονάχα τώρα. Τώρα που η μελαγχολία, αυτή που συχνά γεννούσαν τα σκίτσα του μαζί με την τέρψη, γίνεται πίκρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ