ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Κατά τη διάρκεια της επταετίας 1967-1974, αν και το δικτατορικό καθεστώς υπήρξε σταθερά προσηλωμένο στη νατοϊκή συμμαχία και σταδιακά εμβάθυνε τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, ωστόσο ανέλαβε κάποιες αρκετά τολμηρές πρωτοβουλίες. Ενδεικτικό είναι ότι, παρά την έντονη αντικομμουνιστική ρητορεία της χούντας, οι σχέσεις της Ελλάδας τόσο με τη Σοβιετική Ενωση όσο και με τον ανατολικό συνασπισμό στο σύνολό του δεν επιδεινώθηκαν (αντίθετα, ιδίως κατά την περίοδο 1970-73, παρουσίασαν και βελτίωση).

Ακόμη, το 1970-71 οι δικτάτορες αποφάσισαν να προχωρήσουν στην εξομάλυνση των σχέσεων με την Αλβανία και στην αποκατάσταση διμερών διπλωματικών σχέσεων. Καθώς η Αλβανία του Χότζα αποτελούσε de facto σύμμαχο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΛΔΚ), και η τελευταία είχε ήδη δρομολογήσει τη διαδικασία προσέγγισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες (και άλλα δυτικά κράτη) και ένταξής της στον ΟΗΕ, η ελληνική ηγεσία και το υπουργείο Εξωτερικών άρχισαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο αναθεώρησης της κινεζικής πολιτικής της Ελλάδας. Η τελευταία δεν είχε αναγνωρίσει τη ΛΔΚ μετά την επικράτηση των Κινέζων κομμουνιστών στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο το φθινόπωρο του 1949.
Το Πεκίνο ήταν πρόθυμο να προχωρήσει στη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα, όπως και με άλλα κράτη της Δύσης, υπό την προϋπόθεση ότι η Αθήνα θα διέκοπτε τις σχέσεις της με την τότε Δημοκρατία της Κίνας (τη μετέπειτα Ταϊβάν, δηλαδή το καθεστώς των Κινέζων εθνικιστών που μετά την ήττα τους στον κινεζικό εμφύλιο, το 1949, είχαν καταφύγει στη νήσο Φορμόζα).


22/5/1973. Ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης Ν. Μακαρέζος και ο πρωθυπουργός της Κίνας, Τσου Εν Λάι, στο Μέγαρο του Λαού στο Πεκίνο. ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ, ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Πολύμηνες μυστικές διαπραγματεύσεις

Σύμφωνα με αξιόπιστες ενδείξεις, οι πρώτες μυστικές διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλήνων και Κινέζων αξιωματούχων είχαν λάβει χώρα ήδη από το καλοκαίρι του 1971 (ενδεχομένως και νωρίτερα), κυρίως στη Βέρνη και στο Παρίσι. Επειτα, στις 25 Οκτωβρίου 1971, η ελληνική πλευρά έστειλε το πρώτο σαφές θετικό μήνυμα στο Πεκίνο: στη σχετική συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ δεν καταψήφισε το ψήφισμα 2758, αλλά απείχε (όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες). Η υπερψήφισή του οδήγησε στην άρση της αναγνώρισης της Δημοκρατίας της Κίνας (δηλαδή της μετέπειτα Ταϊβάν) στον ΟΗΕ και στην αναγνώριση της κυβέρνησης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ως της μόνης νόμιμης εκπροσώπου της Κίνας στον διεθνή οργανισμό. Ετσι, η ΛΔΚ πήρε την έδρα της Κίνας στη Γενική Συνέλευση και στο Συμβούλιο Ασφαλείας, και η Ταϊβάν ουσιαστικά αποβλήθηκε από τον ΟΗΕ.

Οι Κινέζοι αξιωματούχοι εκτίμησαν την ελληνική στάση, καθώς και άλλες ήσσονες ελληνικές χειρονομίες καλής θέλησης, και αποδείχθηκαν πρόθυμοι να ανταποκριθούν στο «άνοιγμα» της Αθήνας. Εύλογα, το επόμενο βήμα θα ήταν να αναγνωρίσει η Ελλάδα τη ΛΔΚ και τα δύο μέρη να συνάψουν πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με ίδρυση πρεσβειών και ανταλλαγή πρεσβευτών. Οι συνομιλίες ουσίας ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 1971 στα Τίρανα της Αλβανίας, μεταξύ των πρεσβευτών της Ελλάδας και της Κίνας, Διονυσίου Καραγιάννη και Λιου Τσεν Χουά. H πρόοδος που σημειώθηκε στις διαπραγματεύσεις ήταν αργή, κυρίως διότι, σύμφωνα με τον Καραγιάννη, η κινεζική πλευρά επιδίωκε να διακοπούν όλες οι σχέσεις της Ελλάδας με την Ταϊβάν/Φορμόζα. Το ταξίδι του Αμερικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον στην Κίνα τον Φεβρουάριο του 1972 φαίνεται ότι λειτούργησε ως καταλύτης και επιτάχυνε τον ρυθμό των διμερών διαπραγματεύσεων, αφού σταδιακά ήρθησαν οι σχετικές ελληνικές επιφυλάξεις.

Τελικά, τα δύο μέρη ήρθαν σε συμφωνία στις 19 Μαΐου 1972, η οποία τέθηκε σε ισχύ πέντε ημέρες αργότερα. Στις 5 Ιουνίου τα δύο μέρη εξέδωσαν κοινό επίσημο ανακοινωθέν, σύμφωνα με το οποίο η ελληνική κυβέρνηση αναγνώριζε την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας και «λάμβανε υπόψη» τη διακήρυξη του Πεκίνου ότι η Ταϊβάν αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειας της ΛΔΚ. Επιπλέον, η συμφωνία προέβλεπε την ανταλλαγή πρεσβευτών μέσα σε διάστημα έξι μηνών. Ακόμα, η διπλωματική αντιπροσωπεία της Ταϊβάν όφειλε να εγκαταλείψει την ελληνική επικράτεια εντός τριών μηνών και η Ελλάδα θα διέκοπτε τις «επίσημες» σχέσεις με το καθεστώς της Ταϊβάν (όχι πάντως τις εμπορικές και πολιτιστικές επαφές).


Ο πρόεδρος Μάο θεωρούσε ότι η Κίνα είχε πλέον σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. ASSOCIATED PRESS

Τα κίνητρα των δύο χωρών και οι διεθνείς ισορροπίες

Τα κίνητρα των δύο μερών –και ιδίως της Ελλάδας– για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ήταν ποικίλα. Εως το 1969, η ρήξη Μόσχας - Πεκίνου είχε βαθύνει επικίνδυνα. Η διαμάχη, που υποτίθεται είχε ξεκινήσει ως ιδεολογική περίπου δέκα χρόνια πριν, σύντομα εξελίχθηκε σε βαθύ πολιτικό ρήγμα. Μάλιστα, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1969 ξέσπασαν αιματηρά ένοπλα επεισόδια στη σινοσοβιετική παραμεθόριο στην Απω Ανατολή. Ετσι, η Σοβιετική Ενωση είχε πια καταστεί ο βασικός γεωπολιτικός αντίπαλος της κομμουνιστικής Κίνας. Συνεπώς, Ελλάδα και Κίνα θεωρούσαν ότι είχαν έναν κοινό εχθρό, ιδίως μετά και τη μερική εξομάλυνση των σχέσεων ΗΠΑ - Κίνας.

Πάντως, για το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών βασικό κίνητρο υπήρξε η ελπίδα πως το άνοιγμα προς την Κίνα θα άμβλυνε τη διεθνή απομόνωση της χώρας. Ιδίως ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Χρήστος Ξανθόπουλος - Παλαμάς, ο οποίος εκείνο το διάστημα ήταν ο κυριότερος διαμορφωτής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υποστήριζε ότι η Κίνα αποτελούσε ήδη «στοιχείο πρώτου μεγέθους» στην παγκόσμια πολιτική σκηνή και στον συσχετισμό ισχύος, καθώς και οικουμενική δύναμη και πυλώνας μιας νέας διεθνούς ισορροπίας.

Υπερέβαλλε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε θεωρούσε ότι η Κίνα θα υποσκέλιζε, σε μόλις δέκα ή δεκαπέντε έτη, σε ισχύ τις δύο υπερδυνάμεις της εποχής. Πάντως, μετά την εισδοχή της Κίνας στον ΟΗΕ (και μάλιστα ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας), η Αθήνα δεν θα μπορούσε, ούτε και επιθυμούσε, να αγνοήσει μια τέτοια εξέλιξη και να μη συνάψει διπλωματικές σχέσεις με το Πεκίνο. Ακόμη, η ελληνική πλευρά ήλπιζε και στην ανάπτυξη των διμερών οικονομικών και εμπορικών σχέσεων.

Υπερπόντιο εμπόριο

Από την πλευρά της, η κινεζική ηγεσία εξακολουθούσε να εφαρμόζει την πολιτική διπλωματικής απομόνωσης της Ταϊβάν, ενώ θεωρούσε ότι είχε πλέον σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Ενα άλλο κίνητρο υπήρξε η κινεζική επιθυμία περαιτέρω ανάπτυξης του υπερπόντιου εμπορίου της μητροπολιτικής Κίνας, μέσω και της ακόμα μεγαλύτερης δραστηριοποίησης των Ελλήνων εφοπλιστών (οι τελευταίοι, αψηφώντας τις προηγούμενες απαγορεύσεις των ελληνικών κυβερνήσεων, είχαν από καιρό επεκτείνει την επιχειρηματική δράση τους στην Κίνα). Ηδη πριν από το 1972, τα υπό ελληνική σημαία πλοία έρχονταν πρώτα στον αριθμό των σκαφών που ναυλώνονταν από την Κίνα.

Εμβάθυνση της συνεργασίας με αργό ρυθμό


Το ταξίδι Νίξον στην Κίνα τον Φεβρουάριο του 1972 λειτούργησε ως καταλύτης και επιτάχυνε τον ρυθμό των διαπραγματεύσεων Αθηνών - Πεκίνου. ASSOCIATED PRESS

Οι πρώτοι Κινέζοι διπλωμάτες που θα στελέχωναν την κινεζική πρεσβεία στην Αθήνα κατέφθασαν τον Νοέμβριο του 1972. Στις αρχές του 1973 αφίχθη και το υπόλοιπο προσωπικό, καθώς και ο ίδιος ο πρεσβευτής. Αντιθέτως, η ελληνική πλευρά χρονοτρίβησε. Οι λόγοι της καθυστέρησης στελέχωσης της ελληνικής πρεσβείας στο Πεκίνο δεν είναι απολύτως σαφείς. Τελικά, πρώτος πρεσβευτής τοποθετήθηκε ο Νίκος Καταπόδης, ο οποίος έφτασε στο Πεκίνο στις αρχές Απριλίου του 1973.

Ωστόσο, στο υπουργείο Εξωτερικών και γενικότερα στην ελληνική δημόσια διοίκηση δεν υπηρετούσε ούτε ένας σινολόγος, ούτε υπήρχε προσωπικό με έστω μέτριες γνώσεις των κινεζικών υποθέσεων. Αυτή η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού θα αποτελούσε σημαντική τροχοπέδη για την εμβάθυνση των πολιτικών, εμπορικών και πολιτιστικών σχέσεων Ελλάδας και Κίνας.

Η αποκατάσταση των διμερών διπλωματικών σχέσεων επισφραγίστηκε τον Μάιο του 1973, όταν ο συνταγματάρχης Νικόλαος Μακαρέζος, δεύτερος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπεύθυνος χάραξης της οικονομικής πολιτικής του καθεστώτος, επισκέφθηκε επισήμως την Κίνα. Τότε υπογράφηκαν οι τρεις πρώτες διμερείς συμφωνίες: μία εμπορική, μία ναυτιλιακή και μία αεροπορικής σύνδεσης.

Συμπερασματικά, η απόφαση της Κίνας να επιδιώξει τη βελτίωση των σχέσεών της με τις ΗΠΑ και άλλα κράτη του δυτικού στρατοπέδου συνέπεσε με την επιθυμία της δικτατορίας να εξομαλύνει τις σχέσεις της Ελλάδας με το ριζοσπαστικό –αλλά ωστόσο έντονα εχθρικό προς τη Μόσχα– κομμουνιστικό καθεστώς του Μάο. Αλλωστε, η αναθεώρηση της κινεζικής πολιτικής της Ελλάδας μετά το 1971 εντασσόταν στη γενικότερη επιδίωξη του καθεστώτος, και ιδίως του υπουργείου Εξωτερικών, να προσαρμοστεί η εξωτερική πολιτική της χώρας στα νέα δεδομένα, όχι μόνο ως προς τη διεθνή θέση της Κίνας, αλλά και ως προς την εποχή της διεθνούς ύφεσης, δηλαδή της σχετικής αποκλιμάκωσης του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού στην Ευρώπη. Επίσης, η Αθήνα δεν μπορούσε να μη λάβει υπόψη της το γεγονός ότι η Κίνα κατείχε πλέον θέση μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (εξέλιξη που είχε λάβει χώρα χάρη στην ανοχή ή και υποστήριξη της Δύσης). Συνεπώς, η αποκατάσταση των σχέσεων Ελλάδας - ΛΔΚ φάνταζε πλέον –και πράγματι υπήρξε– μια φυσική επιλογή. Αλλά, εν μέρει, η ελληνική απόφαση αποκατάστασης διπλωματικών σχέσεων με την Κίνα αποσκοπούσε και στη μερική έστω άρση της διπλωματικής απομόνωσης του καθεστώτος. Αποτελούσε και αντίδραση στην κριτική που ασκούσαν πολλές δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις στο ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς για την καταστρατήγηση της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών.

Εκτοτε, και για τα επόμενα έτη (μέχρι την αιματηρή κατάπνιξη της εξέγερσης του 1989 στην Κίνα) οι ελληνοκινεζικές σχέσεις παρέμειναν καλές, αφού τα δύο κράτη δεν είχαν μεταξύ τους σημεία τριβής. Ομως, η εμβάθυνση της συνεργασίας σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο υπήρξε εξαιρετικά αργή.

* Ο δρ Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ