Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Αλέξης Τσίπρας: Το ξύλινο αλογάκι

Αλλιώς τα είχε σχεδιάσει. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, ο Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε να κυνηγάει τα γεγονότα. Πρώτα ο Πολάκης. Μετά το Μάτι. Μετά το κότερο.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι κανένα από αυτά τα βάρη δεν είναι νέο. Ο πολακισμός ήταν ήδη ενεργός ως κυρίαρχη κουλτούρα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ο πρώτος, δραστικότερος και ισχυρότερος Πολάκης ήταν ο Καμμένος.

Το Μάτι το είχαμε δει σε πραγματικό χρόνο. Σε ζωντανές συνδέσεις. Οι προσπάθειες πολιτικής κατάσβεσης και η καθεστωτική νοοτροπία που τις ενέπνεε ήταν έκδηλες τη στιγμή ακριβώς που συντελούνταν.

Η ροπή της κυβερνώσας Αριστεράς στη γοητεία της μπουρζουαζίας –οι συναναστροφές με τα πρόσωπα που ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγελλε ως ολιγαρχία και οι υφέρπουσες νεοπλουτίστικες λαχτάρες– ήταν από πολύ νωρίς εμφανής. Πολύ πριν από την Κατερίνα, αγάπησε και αγαπήθηκε η Γιάννα.

Ωστόσο και τα τρία στοιχεία της τσιπρικής εξουσίας απέκτησαν τώρα νέα υπόσταση – τα τρία βάρη έγιναν συντριπτικά βαρύτερα. Γιατί; Διότι ο πρωθυπουργός έσπευσε μόνος, με τυφλή αυτοπεποίθηση, να τα φορτωθεί ο ίδιος. Χωρίς απολογίες, χωρίς ψαγμένες περιφράσεις και μετριοπάθειες, ο Τσίπρας τα έβαλε όλα πάνω του: την «αψάδα» του Πολάκη και τη «γλάστρα» του Κυμπουρόπουλου. Το «ξαναζεσταμένο» Μάτι. Τις «σέλφι» της πλωτής του «ιδιωτικότητας».

Αυτό δεν έκανε πάντα ο Τσίπρας; Ετσι δεν επικρατούσε; Δεν αμυνόταν με περίσκεψη. Εβγαινε κατακούτελα στην επίθεση. Αν αυτή τη φορά η τακτική αποδείχθηκε αυτοκαταστροφική –μεγέθυνε το κόστος, και δη προεκλογικά– είναι γιατί πια ο επιτεθέμενος δεν διαθέτει το παλιό του πολιτικό κεφάλαιο. Ο νέος δεν είναι πια νέος. Κούρασε και κουράστηκε.

Ο μόνος που δείχνει να μην έχει επίγνωση της υπερτετραετούς κυβερνητικής κόπωσης είναι ο κουρασμένος. Εξακολουθεί να πολιτεύεται με την παλιά του αυτοπεποίθηση. Με την ίδια πίστη στο άστρο του.

Η κραυγαλέα αναντιστοιχία μεταξύ ηγετικού φρονήματος και πολιτικού ερείσματος –η διάνοια επίλαρχου πάνω σε κουνιστό αλογάκι– δεν έχει οδηγήσει τον Τσίπρα μόνο σε επικοινωνιακά ολισθήματα.

Η υπερβολική σιγουριά τον έχει οδηγήσει ήδη στην πιο ριψοκίνδυνη ζαριά της καριέρας του, μετά το δημοψήφισμα του 2015 – ριψοκίνδυνη, αυτή τη φορά, μόνο για τον ίδιο και το κόμμα του: στη ζαριά να αφήσει τις βουλευτικές εκλογές για μετά τις ευρωεκλογές.

Μπορεί ο θόρυβος των τελευταίων ημερών να το έχει σκεπάσει. Ο Τσίπρας, όμως, έχει καταδικάσει τον εαυτό του να δώσει την τελική αναμέτρηση όχι απλώς επιπλέον πέντε μήνες κουρασμένος, αλλά ήδη ηττημένος. Ηδη δεύτερος.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Χούφτες με κάρβουνα

Ποιος έχει ανάγκη το λασπόλουτρο; Ποιος έχει περισσότερο να κερδίσει από την πόλωση; Μάλλον, αυτός που βλέπει τη συσπείρωσή του να παραμένει σε επίπεδα αραιής ψιχάλας. Μάλλον όχι η εδώ και καιρό συσπειρωμένη Νέα Δημοκρατία.

Αν μείνει κανείς σε αυτόν τον κοινό τόπο, θα βρει μάλλον ακατανόητη την επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη να πετάξει στον αντίπαλό του το μαγκάλι με τα κάρβουνα, κρατώντας το με γυμνά χέρια.

Οσοι απόλαυσαν και χειροκρότησαν την επίδοση του προέδρου της Ν.Δ. στην ελεύθερη κοινοβουλευτική πάλη, ήταν οι ήδη πεπεισμένοι. Ηταν ήδη ψηφοφόροι του.

Δεν συμφωνούν όλοι με αυτή την ανάγνωση. Υπάρχει μια συνιστώσα στελεχών της Ν.Δ. –και ένας κλάδος του ίδιου του μητσοτακικού επιτελείου– που πάντοτε πίστευε ότι ο Μητσοτάκης πρέπει να δείχνει ότι μπορεί να πατήσει τον Τσίπρα στο χώμα.

Σύμφωνα με αυτούς, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει λόγο να απευθύνεται στη φιλελεύθερη μειοψηφία.

Δεν έχει λόγο να κρατάει μονίμως ευχαριστημένο το «κομενταριάτο» – τους μυαλοπώλες των media και τους δειπνοσοφιστές της παραπολιτικής ελίτ. Αυτοί μπορεί να έχουν επιρροή, αλλά την έχουν ασκήσει –αν όχι εξαντλήσει– υπέρ του, γράφοντας άρθρα και υπογράφοντας διακηρύξεις.

Η πρόκληση για τον Μητσοτάκη ήταν και είναι να κερδίσει εκείνα τα ακροατήρια –τα πολύ δεξιά και όχι μόνο– που καταλαβαίνουν την πολιτική σαν πάλη. Που είναι επιρρεπή στο αφήγημα ότι ο Τσίπρας είναι ο μάγκας· και είναι έτοιμα να εκλάβουν την αυτοσυγκράτηση ως ένοχη σιωπή και τον καθωσπρεπισμό ως αδυναμία.

Φαίνεται ότι εκτιμήθηκε πως η περίσταση ήταν ιδανική για να δοκιμάσει ο Μητσοτάκης την τακτική «σύντριμμα αντί συντρίμματος» μέχρις εσχάτων. Ο Τσίπρας δεν ήταν ποτέ πιο ευάλωτος. Και αυτό φάνηκε από τον μάλλον σπασμωδικό τρόπο με τον οποίο αντέδρασε.

Η συζήτηση για το αν ο τρόπος εκτέλεσης του σχεδίου ήταν ο ενδεδειγμένος –για το αν το ύφος ταιριάζει και αν μπορεί εύκολα ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας να γυρίσει τον διακόπτη και να επιστρέψει στους καλούς του τρόπους, όπως δοκίμασε προχθές– αντιμετωπίζεται ως αμελητέα.

Τα ερωτήματα που μοιάζουν σήμερα σημαντικά για τη Ν.Δ. –όπως το τι απόσταση θα έχει το κόμμα από τον ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές ή πόσο μακριά θα είναι από ένα ποσοστό αυτοδυναμίας– έχουν ημερομηνία λήξης.

Αν ο μείζων στόχος επιτευχθεί, το ψείρισμα του ύφους και των ποσοστών δεν θα αφορά πια κανέναν. H αριθμητική των δημοσκοπήσεων είναι η μεταφυσική της πολιτικής. Η πραγματικότητα θα είναι οι κάλπες. Η 27η Μαΐου θα είναι μιαν άλλη μέρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ