Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Λεκτική κτηνωδία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι η γελοιότητα το πεπρωμένο μας; Πρέπει πλέον να την αποδεχθούμε ως δεύτερο δέρμα, ως αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής μας ψυχοσύνθεσης; Η κρίση, έπειτα από δέκα χρόνια φθοράς, απελευθέρωσε σε μεγάλες δόσεις το γραφικό και το γελοίο που κρύβουμε μέσα μας ως έθνος, ως πολιτική τάξη, ως λαός; Τόσο ώστε να βγαίνει σε ποσότητες τέτοιες που να μιλάμε πλέον για «υπερβολική δόση»;

Κατά κανόνα, το να γίνεσαι γελοίος, είτε ως άτομο είτε ως κοινωνία ή ως χώρα, προϋποθέτει ότι γίνεσαι ανώδυνος, αβλαβής. Δεν είναι πάντοτε έτσι όμως. Για παράδειγμα, οι αλλεπάλληλες φαιδρές αναφορές πολιτικών ανδρών και εσχάτως δημοσιογράφων στο Αουσβιτς, και στην επιγραφή των ναζί στην πύλη του, μονάχα ανώδυνες δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι, δεν πρέπει να είναι. Από την άλλη, δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν είναι ανώδυνες και ξεκαρδιστικές, π.χ., οι τελετές στα μνημεία «πεσόντων» της ΕΡΤ. Ή τα κόκκινα χαλιά στην ακροθαλασσιά της Σαλαμίνας. Ή τα πλαστικά γάντια καθαριότητας φορεμένα από δημοφιλείς τραγουδίστριες. Ή οι διαδοχικές μεταπηδήσεις από κόμμα σε κόμμα σαν να επρόκειτο για μεταγραφές σε ποδοσφαιρικές ομάδες. Θα μπορούσε να έχει τη δική του ορολογία στα αγγλικά αυτή η προσφιλής συνήθεια: party hopping εκ του island hopping: όταν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αμερικανοί πεζοναύτες έκαναν «άλματα» από νησί σε νησί του Ειρηνικού μέχρι να φτάσουν στην Ιαπωνία. Κάπου θέλουν να φτάσουν και όλοι αυτοί οι βουλευτές που κάνουν την περαντζάδα τους από το ένα κόμμα στο άλλο, στη δική τους «Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου».

Αλλά όταν παίζεις τόσο αβασάνιστα με το Αουσβιτς, αυτό πια υπερβαίνει το όριο της γελοιότητας. Εκεί πια περνάμε στη σφαίρα της λεκτικής κτηνωδίας. Σε μια ρητορική νοσταλγίας της βαρβαρότητας. Σε έναν λόγο που παραπέμπει στο προλεκτικό στάδιο, στο πρωτόγονο, στο σκοτεινό ένστικτο. Περνάμε σε μια σφαίρα όπου ούτε τα θύματα είναι άξια λόγου ούτε οι θύτες τόσο τρομακτικοί.

Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλουν να πουν όσοι παίζουν με το Αουσβιτς είναι πόσο άθλιος, πόσο σκοτεινός είναι κάποιος πολιτικός αντίπαλος. Εντέλει όμως, αυτό που κατορθώνουν είναι να αφαιρέσουν κάθε ιστορική βαρύτητα και κάθε ενοχή από το Αουσβιτς και από την όποια θηριωδία.

«Τίποτα δεν είναι αλήθεια, όλα επιτρέπονται», ήταν το αγαπημένο μότο του Ουίλιαμ Μπάροουζ, ενός συγγραφέα μετρ στα εφιαλτικά οράματα. Υποτίθεται ότι αυτή ήταν η επωδός των Αράβων Ασασίνων των μεσαιωνικών χρόνων: ήταν ένα πιστεύω που διευκόλυνε την ακρότητα: αφού τίποτε δεν είναι αληθινό σε αυτό τον κόσμο, τα πάντα επιτρέπονται.

Υπό μία έννοια, ασυνείδητα προφανώς, στη χώρα μας τίποτα δεν λογίζεται ως αληθινό (δηλαδή σοβαρό, στέρεο, υπαρκτό) οπότε όλα μπορούν να λέγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ούτε θεσμικό, νομικό, ούτε με την έννοια ενός άγραφου νόμου, δηλαδή μιας κουλτούρας που να απομονώνει το γελοίο σε όλες του τις εκφάνσεις. Συνεπώς, το γελοίο γίνεται η κανονικότητά μας. Ισως και η μοίρα μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ