ΜΟΥΣΙΚΗ

Ορέστης Παπαϊωάννου, ένας νεαρός συνθέτης με ιδέες

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Για την πέμπτη εμφάνισή της με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών η Τιάνγουα Γιανγκ επέλεξε ακόμα ένα κοντσέρτο του μουσικού μοντερνισμού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Ηταν η πέμπτη φορά που η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών μετακάλεσε την εξαιρετική Κινέζα βιολονίστρια Τιάνγουα Γιανγκ. Κάθε συνάντηση μαζί της ανανεώνει το ενδιαφέρον, καθώς αποκαλύπτει διαφορετικές πτυχές του ταλέντου της. Παρότι την έχουμε ακούσει και σε κλασικό ρεπερτόριο, είναι γεγονός ότι την έχουμε συνδυάσει με απαιτητικά κοντσέρτα για βιολί του 20ού αιώνα, όπως αυτό του Μπέντζαμιν Μπρίτεν και το δεύτερο του Μπέλα Μπάρτοκ. Για ένα ακόμα εμβληματικό έργο του μουσικού μοντερνισμού, το Κοντσέρτο για βιολί του Αλμπαν Μπεργκ,  επέστρεψε λοιπόν στις 10 Μαΐου στην πρώην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής.

Είναι αλήθεια ότι η Αθήνα έχει ακούσει το έργο αυτό σε ενδιαφέρουσες ερμηνείες, πιο πρόσφατα στην πολύ προσωπική ανάγνωση της Πατρίτσια Κοπατσίνσκαγια, παλαιότερα στην εξαιρετική ερμηνεία του Αντώνη Σουσάμογλου. Η Τιάνγουα Γιανγκ κατέθεσε τη δική της πρόταση, βαθιά λυρική όπως απαιτεί το έργο, με έναν ήχο γεμάτο, ευχάριστα παλλόμενο και τονικά σίγουρο ακόμα και στα πιο εκτεθειμένα μέρη. Οπως το συνηθίζει, η Κινέζα μουσικός δεν έπαιξε απλά με ακρίβεια τις νότες –κίνδυνος συνηθισμένος στα έργα του μουσικού μοντερνισμού– αλλά έχοντας αφομοιώσει το περιεχόμενο της μουσικής, ανέδειξε το συναίσθημα και την τρυφερότητα. Η γραφή του Μπεργκ το επιτρέπει αυτό, μπορεί να πει κανείς ακόμα και ότι το υποβάλλει, ωθώντας κάποτε τους σολίστες στην υπερβολή. Η Τιάνγουα Γιανγκ απείχε από συναισθηματισμούς, που κοιτούν προς τον 19ο αιώνα και έδωσε μία ανάγνωση ισορροπημένη και ταυτόχρονα πειστική.

Η ορχήστρα, υπό τον καλλιτεχνικό της διευθυντή Στέφανο Τσιαλή, ανέπτυξε δημιουργικό διάλογο με τον σολίστα. Δεν περιορίστηκε αμέτοχα στο παρασκήνιο αλλά περιέβαλε τη Γιανγκ σε κάθε ενότητα με το ορχηστρικό χρώμα και τις απαραίτητες εντάσεις, συμμετέχοντας στο θετικό αποτέλεσμα.

Η βραδιά ξεκίνησε με το έργο «Un homage», παραγγελία της ορχήστρας προς τον 26χρονο Ορέστη Παπαϊωάννου για τα 70 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα. Ανεξάρτητα από το εάν ήταν «φόρος τιμής», μόνο θετικά λόγια μπορεί να διατυπώσει κανείς για το έργο, καθώς επιβεβαίωνε την προ τριετίας εντύπωση ενός συνθέτη που ξέρει να γράφει άριστα για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα, ταιριάζοντας τα ηχοχρώματα και δίνοντας ενδιαφέροντα αποτελέσματα χωρίς να «μπουκώνει» ο ήχος. Ταυτόχρονα, φανέρωνε έναν δημιουργό με πρωτότυπες ιδέες –όχι τις συνήθεις φανερές και προφανείς αναφορές σε διάσημους παλαιότερους–, που έχει κάτι να πει και δεν αναλώνεται σε ασκήσεις επί χάρτου. Η συνέχεια αναμένεται με ενδιαφέρον.

Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς ακούστηκε η πρώτη σειρά «Ελληνικών χορών» του τιμώμενου Σκαλκώτα. Παρότι η ερμηνεία του Τσιαλή ήταν σαφής, απλή και ξεκάθαρη, απέχοντας ευχάριστα από μανιερισμούς που στόχο έχουν να αναδείξουν τη μία ή την άλλη λεπτομέρεια εις βάρος της γενικής εικόνας, στη διάρκεια των δώδεκα χορών κατέληξε μάλλον αδιάφορη, καθώς οι αρετές που προαναφέρθηκαν και η απουσία κρίσιμων διαφοροποιήσεων, έδιναν τελικά «ομοιογένεια» σε κατεξοχήν ανομοιογενείς μικρογραφίες, όπως είναι ο «Τσάμικος», ο «Καλαματιανός» ή ο «Σιφνέικος χορός».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ