ΜΟΥΣΙΚΗ

Οταν ο Διάβολος ήταν γυναίκα

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Σε μία από τις πιο διασκεδαστικές σκηνές, ο Διάβολος εγκλωβίζεται στον Παράδεισο και προσπαθεί να παραπλανήσει τους αγγέλους με την ιστορία μιας παραστρατημένης κόρης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γελάει ο θεατής του 2019 με τα αστεία μιας οπερέτας του 1930; Γελάει με την καρδιά του, επειδή η «Σατανερί», η «σατιρική φαντασμαγορία» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, είναι απολαυστική. Το θέμα της, τόσο απερίφραστα αμοραλιστικό ακόμη και για τα σύγχρονα ήθη, δεν μπορεί να μην σε παρασύρει στην ελαφρότητά του, αφού βεβαίως περάσεις τις πρώτες στιγμές έκπληξης.

Με λίγα λόγια, η ιστορία έχει ως εξής: ο Ανδρέας, ένας δημόσιος υπάλληλος, απογοητευμένος από τη φτώχεια στην οποία τον έχει ρίξει η τιμιότητά του, ζητάει από τον Σατανά να τον πάρει. Και όντως συμβαίνει. Για να πειστεί όμως ο Σατανάς πως ο Ανδρέας θα γίνει όντως πιστός ακόλουθός του, τον οδηγεί πρώτα στον Παράδεισο, ώστε να κρίνει ο ίδιος τι προτιμάει. Στον Παράδεισο όμως η ζωή δεν είναι διόλου ονειρεμένη: η πλήξη γίνεται ανυπόφορη και η αιωνιότητα κυλάει με νηστεία και προσευχή. Γι’ αυτό αρκετοί από τους κατοίκους του αποφασίζουν να αυτομολήσουν στο αντίπαλο «στρατόπεδο» μαζί με τον Ανδρέα. Στην Κόλαση πια, όλοι ανακαλύπτουν τις χαρές της αμαρτίας και ο Ανδρέας επισφραγίζει την πίστη του στον Σατανά, κλέβοντας το δημόσιο ταμείο της υπηρεσίας.

Δεν ξεσηκώθηκε, λοιπόν, το χρηστό ακροατήριο της εποχής με αυτή την ιστορία; «Κάθε άλλο», μας απαντούν ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ Αλέξανδρος Ευκλείδης και ο σκηνοθέτης της παράστασης Δημήτρης Δημόπουλος. «Στον καιρό  της, η “Σατανερί” έκανε 75 παραστάσεις στο Μοντιάλ, το μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο θέατρο της πόλης. Αυτό σημαίνει ότι την παρακολούθησαν τουλάχιστον 50 χιλιάδες θεατές, σε μια Αθήνα των 300 χιλιάδων κατοίκων τότε. Στις εφημερίδες της εποχής γράφτηκαν βεβαίως κριτικές για την παράσταση, που εστιάζουν στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που δημιουργεί η ανάμειξη των μουσικών ειδών που κάνει ο Σακελλαρίδης, αλλά τίποτε για το ηθικό μέρος του πράγματος. Η οπερέτα, ως γνήσια λαϊκό είδος που απευθυνόταν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα,  δεν περιείχε ίχνος διδακτισμού. Επίσης, παρά τα στερεότυπα, υπάρχει παντελής έλλειψη νοσταλγίας και ρομαντισμού. Αμεσα συνδεδεμένη με την εποχή της και την επικαιρότητα, συνοψίζει τη στάση του μικροαστού απέναντι στην τρέχουσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση».

Ετσι, σε μία από τις τελευταίες χρονιές που η χώρα ζει ανέμελα, έχει χρήματα και ξεφαντώνει χωρίς τύψεις, ένα μόλις βήμα πριν από μια δεκαετία οικονομικής κατάρρευσης, δικτατοριών και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σακελλαρίδης γράφει με μαεστρία τη σάτιρά του. Βασισμένος σε δική του πρωτότυπη ιδέα, αναμειγνύει ρομαντικές άριες με δημοτικά, ρεμπέτικα και όλους τους χορούς της εποχής, δημιουργώντας ένα έργο που συνδυάζει την επιθεώρηση με την οπερέτα. Η πρόζα είναι απολαυστική και θα ήταν κρίμα να την κρίνουμε με την πολιτική ορθότητα του δικού μας αιώνα. Γιατί να μην είναι ο Διάβολος γυναίκα, και μάλιστα μοιραία καλλονή;

Υπάρχουν σκηνές, όπως ο ύμνος-επίκληση του Σατανά σε ρυθμό μπλουζ, που θυμίζουν αμερικανικά μιούζικαλ της εποχής, και πολλά κωμικά επεισόδια στο ίδιο ανατρεπτικό πνεύμα. Η συγκεκριμένη παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής κάνει τις απαραίτητες «οικονομίες» ως προς τη χρήση της χορωδία και του μπαλέτου, περιορίζει λίγο τη διάρκεια, αλλά κρατάει την αυθεντική ενορχήστρωση: 18 μουσικοί αποτελούν την ορχήστρα, στο κλασικό μέγεθος της ελληνικής οπερέτας, και μαζί με τους τραγουδιστές καταφέρνουν να μας πείσουν ότι ο ηδονιστικός «νέος» κόσμος του 1930 μπορεί και να τα καταφέρει...

Παραστάσεις έως 19/5.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ