Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γρηγόρης Ψαριανός: Κάδοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Γιατί πειράζει αν πεις δημοσίως μια γυναίκα «γκομενάκι»; Τι σεμνοτυφία είναι αυτή; Τι υποκρισία; Τι δηθενιά; Η ίδια θα γέλασε. Δεν τη ρωτήσαμε, αν της άρεσε. Αλλά δεν μπορεί. Θα γούσταρε. Αν δεν γούσταρε, συγγνώμη.

Κάπως έτσι θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει την (μη) απολογία του Γρηγόρη Ψαριανού για το σχόλιό του σε φωτογραφία της υπουργού Εργασίας που δημοσιεύθηκε στα κοινωνικά δίκτυα. Ηδη από τη μεταμεσονύκτια ανάρτησή του, ο ανεξάρτητος βουλευτής και ξανά υποψήφιος βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία είχε κάπως προβλέψει –αν δεν σκόπευε να εκμαιεύσει– τις αντιδράσεις, δηλώνοντας προληπτικά ότι δεν είναι πολιτικώς ορθός.

Προτού περάσουν λίγες ημέρες, όμως, βρέθηκε να απολογείται για νέο σχόλιο, στο οποίο αποκαλούσε τους καλλιτέχνες που είχαν στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ «σκουπίδια». Το ανάθεμα είχε πέσει και στη Σμαράγδα Καρύδη, η οποία απάντησε με ανελέητο σαρκασμό. Δεν ήταν δικό του το σχόλιο, είπε ο Ψαριανός στη δεύτερη, αλλεπάλληλη (μη) απολογία του. Το πήρε από αλλού και το σήκωσε, χωρίς να πολυσυμφωνεί.

Θα μπορούσε να είχε δίκιο ο Ψαριανός. Τώρα που ο κόσμος έγινε μια απέραντη μπάρα, είναι υποκριτικό να ζητάμε να μετράει κάποιος τα λόγια του.

Οταν ρέουν γύρω μας και εν τη παλάμη μας ακατάσχετοι τόσοι χείμαρροι χύμα λόγου, δεν είναι «σεμνοτυφία» να ψειρίζουμε κάθε συλλαβή; Δεν στενεύουμε έτσι την ελευθερία της έκφρασης;

Θα μπορούσε να είχε δίκιο ο Ψαριανός, αν δεν ήταν βουλευτής. Είναι ήδη δώδεκα χρόνια βουλευτής. Ωστόσο, διεκδικεί το δικαίωμα να μιλάει σαν να ήταν με τους φίλους του στα μπαρ.

Εχει τα ένσημα του παλαιού κοινοβουλευτικού. Αλλά αξιώνει να του επιτρέπεται να μιλάει σαν ακαταλόγιστος, υπερήλικος μπεμπές, που δεν οφείλει να μετράει αυτά που λέει.

Δεν το έχει πάθει μόνον εκείνος. Η ευκολία και η ταχύτητα των κοινωνικών δικτύων έχουν καταργήσει σε πολλά μυαλά τη διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου λόγου.

Αφήνεται κάποιος να μιλάει χύμα και ασύντακτα σαν να μονολογούσε. Μόνο που τον μονόλογο τον ακούν χιλιάδες ακούσιοι ωτακουστές.

Αυτή η συζήτηση μοιάζει απολιτική. Μοιάζει να αφορά το σαβουάρ βιβρ – τον χαρακτήρα του βουλευτή, και όχι τις πολιτικές του απόψεις. Ομως, ο βουλευτής σταδιοδρομεί πουλώντας «χαρακτήρα». Ο ίδιος εμπορεύεται σαν πολιτικό προϊόν την «ιδιοσυγκρασία» του. Την «ιδιαιτερότητά» του. Το αψύ του ύφος.

Επειτα από δώδεκα χρόνια –και τρία κόμματα– στη Βουλή, η ιδιαιτερότητα παύει να είναι ιδιαίτερη. Η αντισυμβατικότητα αποβαίνει μανιέρα – σύμβαση ληγμένη.

Η Ν.Δ. ψάχνει πρόσωπα για να απευθυνθεί στο Κέντρο. Το εμπόριο ύφους, όμως, δεν έχει ούτε Αριστερά, ούτε Δεξιά, ούτε Κέντρο. Γι’ αυτό και διαχέεται με τόση ευκολία σε όλους τους κομματικούς κάδους. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ